Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

Ιώβ Του Νίκου Ξένιου

alt
Ἄνθρωπος τις ἦν ἐν χώρᾳ τῇ Αὐσίτιδι, ᾧ ὄνομα Ἰώβ, καὶ ἦν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἀληθινός, ἄμεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής, ἀπεχόμενος ἀπὸ παντὸς πονηροῦ πράγματος.
(Ιώβ. 1,1)
Μετά από αιώνες πολέμων, προσφυγιάς, εκτοπίσεων, εξανδραποδισμών και μετά το ναζιστικό ολοκαύτωμα, το έθνος των Εβραίων δικαιούται, νομίζω, να έχει τη θέση του στη λογοτεχνία των μαρτυρικών εθνών.
Ο δοκιμαζόμενος βιβλικός Ιώβ συνιστούσε ανέκαθεν σύμβολο και σημείο αναφοράς μιας σειράς λογοτεχνών: έτσι, ο Γιόζεφ Ροτ -αυτοεξόριστος στη Γαλλία από την ημέρα που ο Χίτλερ ονομάστηκε καγκελάριος του τρίτου Ράιχ- ολοκλήρωσε το 1929, μεθοκοπώντας σ’ ένα παρισινό μπιστρό, το μυθιστόρημά του «Ιώβ, η ιστορία ενός απλού ανθρώπου»[1]. Το μυθιστόρημα έτυχε ενθουσιώδους κριτικής από την New York Times[2] για την ευθύτητα και το απέριττο, παραμυθένιο ύφος της αφήγησης, αλλά και μέτριες κριτικές για την αληθοφάνεια του δεύτερου μέρους του. Ως έμπειρος επιφυλλιδογράφος που ήταν, ο Ροτ πέρασε με ακρίβεια χρονομέτρου από τον σαγηνευτικό, απαράμιλλο ρεαλισμό του πρώτου μέρους στην παραβολή και τον διδακτισμό του δεύτερου: το σημαντικό όμως είναι πως ένας οικουμενικός μύθος γίνεται, στο μυθιστόρημα αυτό, προσωπική μυθολογία του κεντρικού χαρακτήρα.
Το τέλος μιας εποχής
Το 1933 η πλειοψηφία των γερμανόφωνων αναγνωστών λογοτεχνίας ζούσε στη Γερμανία, ενώ η Αυστρία ακολουθούσε πιστά τα χιτλερικά πρότυπα λογοκρισίας. Οι αυστριακοί συγγραφείς είχαν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα: τους φιλελεύθερους και τους εθνικιστές. Το επίσημο αυστριακό καθεστώς εννοείται ότι μποϊκόταρε συστηματικά τους πρώτους, και ιδιαίτερα τους Εβραίους, τους οποίους εξολόθρευσε ή εξανάγκασε σε εξορία[3]. Δέκα χρόνια μετά τη δημοσίευση του «Ιώβ», στα 45 του, ο Ροτ πεθαίνει, αποκαμωμένος από την απελπισία, ως τελευταίος μάρτυρας της αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας που εξαφανίζεται. Έχει όμως, στο μεταξύ, εγκαινιάσει με την πέννα του μια λογοτεχνία απολύτως σύστοιχη προς τη χαοτική εποχή της οποίας την έναρξη βίωσε με προσωπική οδύνη.
Είναι αξιοθαύμαστο το πώς  στον «Ιώβ» χρησιμοποιεί χριστιανικές ονομασίες για πολλές εβραϊκές γιορτές, φαγητά, τελετές και συνήθειες, ίσως για να προσεγγίσει καλύτερα το κοινό του της Αμερικής, μιας ηπείρου που δεν γνώρισε ο ίδιος. Αυτό από μόνο του οδηγεί στο πρόχειρο συμπέρασμα ότι ο μεγάλος συγγραφέας προτιμούσε να γίνει κατανοητός από το κοινό του από το να μείνει πιστός στην εβραϊκή παράδοση.
Από τη ρωσική Συναγωγή στο Άγαλμα της Ελευθερίας
Το πρώτο μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται στο Τσούχνοβο, μια συνοριακή με τη Γαλικία (σημερινή Ουκρανία) πόλη της τσαρικής Ρωσίας. Το δεύτερο μέρος, στη Νέα Υόρκη. Ο ευσεβής, απλοϊκός, αποτυχημένος δάσκαλος Μέντελ Μεχέλοβιτς Σίνγκερ είναι το αντίθετο του κοσμοπολίτη: ως πατροπαράδοτης ηθικής δάσκαλος της Τορα που είναι, παγιώνει μια σειρά από ήθη, μυρωδιές, τη θαλπωρή της πατρίδας, την ειθισμένη τάξη πραγμάτων, ακόμη και την απέχθεια προς το γερασμένο και ερωτικά στεγνωμένο κορμί της γυναίκας του. Του στενού αυτού ορίζοντα μετέχουν η σύζυγός του, η Δεβώρα, η κόρη του, η Μίριαμ, τα τρία αγόρια του, ο Γιόνας, ο Σεμάργια και ο Μενουχίμ, εκ των οποίων το τρίτο είναι πνευματικά υστερημένο και επιληπτικό, πράγμα που γίνεται αντιληπτό ως «τιμωρία του Θεού» από τον Μέντελ Σίνγκερ.
Ο Γιόζεφ Ροτ σκύβει με τρυφερότητα πάνω από τους ήρωές του, τους αγαπά και τους θωπεύει, κάνει τον αναγνώστη του να συμπάσχει. Η σοφία του φαίνεται από τις λεπτές του παρατηρήσεις πάνω στις μικρότητες και τις αντιφάσεις των ανθρώπων. Από τον οξυδερκή τρόπο με τον οποίο αγκαλιάζει τη μοίρα του φτωχού και τη μετατρέπει σε κεντρικό θέμα του βιβλίου του. Με απελπισία και πείσμα χαρακτηριστικά μιας στερημένης, η σύζυγος του ήρωα Δεβώρα παίρνει την τύχη των παιδιών της και του άντρα της στα χέρια της και αποφασίζει για όλους. Ο γιος της ο Γιόνας επιλέγει μόνος του τη στρατιωτική ζωή. Αλλά με δική της πρωτοβουλία και με το δικό της κομπόδεμα η Δεβώρα καταφέρνει να στείλει τον δεύτερό της γιο, τον Σεμάργια, στην Αμερική, για να τον γλιτώσει από την ανεπιθύμητη θητεία στο τσαρικό στράτευμα. Περιφρονεί τη φυσική δειλία και την έλλειψη πρακτικού πνεύματος του συζύγου της, χαρακτηρίζοντάς τον «αποτυχημένο φτωχό δάσκαλο». Και ζει με την ελπίδα η προφητεία ενός σοφού της Συναγωγής να πραγματοποιηθεί μια μέρα: να δει το τρίτο, το άρρωστο παιδί της, να γίνεται καλά.
Όσο για τον Σίνγκερ, ως περιπατητής της μεταπολεμικής ζωής, που νοιώθει το στομάχι του να σφίγγεται με το που εγκαταλείπει την τσαρική Ρωσία και πατά το πόδι του στη «γη της Επαγγελίας», ξεσηκώνει την οικογένειά του για να πάει να βρει τον «επιτυχημένο» γιο του Σεμάργια στην Αμερική, αφήνοντας πίσω τον άλλον, τον άρρωστο και καταδικασμένο Μενουχίμ.
«Ιf I were a rich man…»
Η μεγάλη ευκαιρία χτυπά την πόρτα της οικογενείας όταν ο Σεμάργια, που τώρα ζει στις Η.Π.Α. και αποκαλεί τον εαυτό του «Σαμ», στέλνει στους γονείς του τα χρήματα που απαιτούνται για να μεταναστεύσουν στον πολλά υποσχόμενο Νέο Κόσμο και να αποκτήσουν μια νέα ταυτότητα και ένα νέο ριζικό. Το «αμερικανικό όνειρο» του Σαμ θα εκπέσει στο κενό, όταν οι ήρωες θα συνειδητοποιήσουν ότι οι συνθήκες ζωής τους στην καινούργια πατρίδα είναι εξίσου άθλιες όπως και στην παλιά. Η Αμερική, η «χώρα του Θεού», η Νέα Υόρκη, η «πόλη των θαυμάτων», η Αγγλική , η «ομορφότερη γλώσσα του κόσμου», στην αντίληψη του Σίνγκερ παραμένουν  άγνωστοι τόποι, ακατανόητοι άνθρωποι και κενά φωνήματα. Στην Αμερική, όπου όλοι περπατούν γρήγορα, ο εβραίος ήρωας «μαθαίνει για πρώτη φορά να επιβραδύνει το βήμα του» και να σφραγίζει την οδύνη του με ένα χαμόγελο. Τώρα είναι ο αποσυνάγωγος, ο εκτοπισμένος, ο άπατρις, ο μετανάστης, ο περιπλανώμενος  σκουρωπός Εβραίος με το καφτάνι, ο νοσταλγός που επιχείρησε να αποφύγει το πεπρωμένο του αλλάζοντας τόπο: «Όχι πια δάσκαλος, αλλά ο πατέρας ενός πλούσιου γιου».
Το ρωσικό τοπίο, από άξενο και τρομακτικό που παρουσιάζεται στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, μετατρέπεται σε νοσταλγική ανάμνηση μητρικής αγκαλιάς στο δεύτερο. Οι ενοχές διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ψυχισμού των ηρώων και στην αποτίμηση που κάνουν οι ίδιοι των ενεργειών τους. Μόλις όμως η οικογένεια θα ορθοποδήσει στον Νέο Κόσμο και οι τύχες των μελών της θα δείχνουν πως έχουν πάρει τον  καλό δρόμο, μια σειρά από τραγικές ανατροπές θα την καταρρακώσει: η γυναίκα του θα πεθάνει, ο γιος του θα είναι αγνοούμενος στον πόλεμο και η κόρη του θα κλειστεί σε άσυλο ως παρανοϊκή.  Από προβλέψιμος, απλός άνθρωπος, ο κεντρικός χαρακτήρας θα περιβληθεί αίφνης την αίγλη του απρόσμενου. Ο Μέντελ Σίνγκερ θα υψώσει κραυγή αγανάκτησης: «Τον Θεό! Θέλω να κάψω τον Θεό!» 
Όμως ο Θεός έχει την τελευταία κουβέντα
altΤο  μυθιστόρημα αυτό είναι όλο ένα ποίημα, χωρίς εξάρσεις λυρισμού, με βαθειά ζεστασιά και με σαρκαστική μελαγχολία, που διατρέχει τις ζωές των ανθρώπων, χρωματίζει τις σιωπές τους και κάμπτει τις πεποιθήσεις τους: «Γιατί τιμώρησε αυτόν ο Θεός; Γιατί όχι τον Μέντελ τον χασάπη;». Αυτόν ο Θεός επέλεξε για να δείξει το αποτρόπαιο πρόσωπό Του, ανάλογο με το πρόσωπο των εκδικητικών θεών της αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Η δε παραβολή του Ιώβ διδάσκει πως ο Θεός δοκιμάζει τους καλούς και αποκατεστημένους ανθρώπους. Όμως ο Σίνγκερ δεν μπορεί να ξαναβρεί την πίστη του. Κι ενώ ο κόσμος του έχει ανατραπεί και βαθμιαία περνά στην εξαθλίωση και την επαιτεία, μια αχτίδα ελπίδας, μια μελωδία κι ένας απρόσμενος επισκέπτης τον φέρνουν αντιμέτωπο με την ευθύνη της ευτυχίας: ο εγκαταλελειμμένος, άλλοτε επιληπτικός και ανήμπορος γιος του Μενουχίμ, που ως εκ θαύματος έχει εξελιχθεί σε πετυχημένο συνθέτη, φτάνει στη νέα ήπειρο αναζητώντας τη χαμένη του οικογένεια.  Έμπλεως ευτυχίας, ο Σίνγκερ (και μέσω αυτού ο Γιόζεφ Ροτ) θ’ αναζητήσει, στα μάτια της νέας γενιάς, τις λάμψεις της δικής του νιότης και θα ξαναζωντανέψει τον ερωτισμό στη μνήμη του κορμιού της χαμένης του γυναίκας.
  Ιώβ
Η ιστορία ενός απλού ανθρώπου
Joseph Roth
Μτφρ: Μαρία Αγγελίδου
Άγρα 2013
Σελ. 230, τιμή € 15,50

Feedzilla: Europe News

BBC News - Politics

Harvard Magazine email Archive Feed

ΤΥΠΟΣ

« »

EMSC - Last 50 earthquakes worldwide