Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Βασίλης Αλεξάκης

alt

Στον Κώστα Αγοραστό
Ο κύριος Βασίλης Αλεξάκης δεν ανήκει σε αυτό που λέμε λογοτεχνικό κύκλο της Αθήνας. Εργάζεται πολύ, απομονώνεται και διαβάζει για το επόμενο βιβλίο του, γράφει αργά και προσεκτικά. Τα χρόνια του Παρισιού τελείωσαν γι' αυτόν. Θα εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και θα ασχοληθεί στο επόμενο βιβλίο του με το θάνατο του εκδότη του στο Παρίσι και το ζήτημα των αστέγων στην Αθήνα.
Εξαιρετικά ευγενικός, συγκροτημένος και ευθύβολος στις απόψεις του, κουβέντιασε μαζί μας για το τελευταίο του βιβλίο Ο μικρός Έλληνας (εκδ. Εξάντας) καθώς και για πολλά θέματα της επικαιρότητας. 
Με το τελευταίο σας βιβλίο θελήσατε να αποτίσετε φόρο τιμής στα διαβάσματα και τους ήρωες της παιδικής σας ηλικίας. Αν σας ζητούσα να εντοπίσετε το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των ηρώων, ποιο θα ήταν αυτό;
Όλοι αυτοί οι ήρωες έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά, με βασικότερο το ότι δεν αποθαρρύνονται ποτέ. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν αυξάνουν τη μαχητικότητά τους. Είναι εξωπραγματικό αυτό, αλλά έτσι συμβαίνει. Επίσης, όλοι έχουν μεγάλα και ανοιχτά ρουθούνια, γιατί πρέπει να αναπνέουν καλά την ώρα που παλεύουν ή αγωνίζονται. Είναι απαραίτητη η καλή αναπνοή! Εγώ μάλιστα, από μικρός, από εκεί είχα καταλάβει ότι δεν ήμουν καμωμένος να γίνω ήρωας μυθιστορήματος, γιατί ήμουν πάντα συναχωμένος, δεν ανέπνεα καλά. Αλλά σχημάτισα την πεποίθηση ότι μπορεί να μην ήμουν καμωμένος να γίνω ήρωας, μπορούσα όμως να διηγούμαι ιστορίες. Δεν μου έδωσαν όλοι αυτοί οι ήρωες τη διάθεση να τους μιμηθώ, αλλά να μιμηθώ τους συγγραφείς των ιστοριών τους.
Ο ήρωάς σας είναι ένας συγγραφέας που ζει στο Παρίσι και αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα υγείας, ενώ βρίσκεται σε μια κωμόπολη με σκοπό να παρευρεθεί σε μια εκδήλωση προς τιμήν του. Έχετε σκεφτεί την τροπή που θα έπαιρνε η ιστορία αν βρισκόσασταν σε μια ελληνική κωμόπολη;
Θα είχα πεθάνει. Ήταν μια πάρα πολύ δύσκολη επέμβαση σε μια αρτηρία που περνάει πίσω από το γόνατο. Δύσκολη και σπάνια περίπτωση να πάθεις ανεύρυσμα εκεί. Δεν ήταν δυνατόν να μετακινηθώ. Όπου βρισκόμουν έπρεπε να γίνει η εγχείρηση. Δηλαδή, μου έλεγε ο γιατρός που με χειρούργησε, ότι αν το είχα πάθει στην Αφρική θα μου είχαν κόψει το πόδι, διότι αν δεν χειρουργηθείς αμέσως παθαίνεις γάγγραινα. Και φαντάζομαι, ότι αν είχα βρεθεί, ακόμα και στο κέντρο της Αθήνας, φοβάμαι ότι αυτήν την ώρα θα ήμουν σε κάποιο νεκροταφείο κι όχι εδώ.
Στο προηγούμενό σας βιβλίο, Η Πρώτη λέξη, λέτε: «Πήγε στο Παρίσι για να μάθει την Ελλάδα». Εσάς πόσο σας βοήθησε η διαμονή σας στο Παρίσι για να δείτε πιο καθαρά την Ελλάδα και τους Νεοέλληνες;
Η ΠΡΩΤΗ ΛΕΞΗΌταν δεν μένεις μόνιμα κάπου έχεις μια ματιά πιο φρέσκια και πιο αθώα απέναντι στα πράγματα και έχεις τη δυνατότητα να εκπλήσσεσαι περισσότερο. Θυμάμαι ότι στη Μητρική Γλώσσα περιγράφω με πάρα πολλές λεπτομέρειες τα πεζοδρόμια της Αθήνας. Καμωμένα με πάσης φύσεως υλικά, μπαλωμένα, μια κουρελαρία απίστευτη. Αυτή την εικόνα ίσως δεν θα την έβλεπα αν έμενα στην Αθήνα. Την πρόσεξα κάποια στιγμή ίσως επειδή λείπω. Είμαι δηλαδή, πάντα επισκέπτης από τους χώρους όπου περνάω. Έτσι αισθάνομαι άλλωστε και στο Παρίσι.
Αυτό που μ’ έφερε πιο κοντά στην Αθήνα και που είναι και η γέφυρα ανάμεσα σ’ αυτό το βιβλίο και το επόμενο είναι οι άστεγοι. Ασχολήθηκα με το πρόβλημα των αστέγων γιατί έχω ένα πρόσωπο στο βιβλίο, που είναι σαν τον Ροβινσώνα Κρούσο, ο οποίος είναι άστεγος. Σκέφτηκα ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να τον βάλω να μιλήσει. Και αναρωτήθηκα μήπως οι άστεγοι έχουν κάποιο γλωσσικό ιδίωμα. Και ανακάλυψα ότι υπάρχει ένα στέκι στο Παρίσι όπου συγκεντρώνονται τα βράδια οι άστεγοι για να μιλάνε μεταξύ τους. Αυτό μου έφερε στο νου το δράμα της Αθήνας και σκέφτηκα ότι το επόμενο βιβλίο εδώ πρέπει να το κάνω. Δεν πρέπει να λείπει κανείς όταν η χώρα του ζει μια τόσο δύσκολη περίοδο. Είναι σαν τη Χούντα. Τότε ήμουν στο Παρίσι, δούλευα και δεν μπορώ να πω ότι ταλαιπωρήθηκα ιδιαίτερα αλλά τώρα θέλω να είμαι εδώ, γιατί ζούμε μια περίπου εξίσου δραματική κατάσταση. Διαφορετική βέβαια, αλλα εξίσου δραματική.
Επίσης στην Πρώτη λέξη, λέτε σε κάποιο σημείο: «Τη μητρική γλώσσα δεν τη δίνει η μάνα, τη δίνει η γειτονιά». Αυτό που ίσχυε στο Παρίσι εδώ και πολλά χρόνια πλέον είναι γεγονός και για το κέντρο της Αθήνας. Πώς το βλέπετε αυτό;
Όλο και περισσότερος κόσμος το παραδέχεται αυτό. Βεβαίως και δεν είναι η μάνα που δίνει τη μητρική γλώσσα. Ας πάρουμε μια μάνα Ελληνίδα που ζει στο Παρίσι: των παιδιών της η μητρική γλώσσα βεβαίως και είναι τα Γαλλικά. Η γλώσσα που μιλιέται στο σχολείο όπου θα πάνε και κυρίως η γειτονιά, οι φίλοι τους. Το ερώτημα είναι σε ποια γλώσσα παίζουν τα παιδιά. Αυτό συμβαίνει τώρα και στην Αθήνα. Γι’ αυτό και θα πρέπει να δίνουμε την υπηκοότητα. Διότι η μητρική γλώσσα αυτών των παιδιών, που γεννιούνται εδώ ή μεγαλώνουν εδώ, βεβαίως και είναι τα ελληνικά και έχουν κάθε δικαίωμα να πάρουν την ελληνική υπηκοότητα. Δεν μπορείς να έχεις την υπηκοότητα παρά της μητρικής σου γλώσσας και η μητρική τους γλώσσα είναι τα ελληνικά. Ελπίζω να το καταλάβουν κάποτε αυτό οι ιθύνοντες. Οι πολιτικοί μας είναι αγράμματοι και αδιάβαστοι εκτός απο απατεώνες.
Μιλήστε μου για τον τρόπο που γράφετε τα βιβλία σας. Ελέγχετε εξονυχιστικά την κάθε φράση, την κάθε λέξη;
Γράφω πάρα πολύ αργά. Και γράφω μια φορά το βιβλίο, δεν γράφω διάφορα πρόχειρα και μετά να γυρίζω πίσω να ξαναγράψω. Θέλω κάθε φράση που γράφω να είμαι βέβαιος ότι είναι σωστή, ότι το βιβλίο πάει στη σωστή κατεύθυνση. Γι’ αυτό αργώ και τόσο πολύ. Θέλει πολλή σκέψη, στην αρχή ειδικά, που δεν ξέρεις προς τα που θα πάει το βιβλίο. Θέλω να έχω τη βεβαιότητα ότι αυτό που γράφω, αυτό και θα τυπωθεί, αυτό θα είναι το βιβλίο. Και έτσι κάνω δύο χρόνια να τελειώσω ένα βιβλίο δουλεύοντας πάρα πολύ. Κλείνομαι, δεν βγαίνω, δεν πίνω και σκέφτομαι το βιβλίο. Ζω μέσα στο βιβλίο. Απομονώνομαι εντελώς, αλλά είναι μια περίεργη απομόνωση, διότι σε περιβάλλουν τα πρόσωπα τα οποία καθ’ οδόν επινοείς και τα οποία είναι, βέβαια, μια συντροφιά. Ο συγγραφέας πρέπει να πιστέψει απόλυτα ότι αυτά που γράφει είναι αληθινά για να τα διηγηθεί. Είμαι ο πρώτος αναγνώστης και νομίζω ότι είμαι απαιτητικός αναγνώστης και θέλω να πείσω τον εαυτό μου ότι όλα αυτά είναι έτσι και αυτά τα πρόσωπα υπάρχουν. Θέλει ίσως να είναι κανείς και λίγο αφελής για να κάνει αυτή τη δουλειά.
Γι’ αυτό δίνω και την εντύπωση ότι αυτά που λέω είναι πραγματικά και αυτοβιογραφικά. Που φυσικά αυτό είναι λάθος. Έχω δει βιογραφικά σημειώματά μου βασισμένα στα βιβλία μου, όπου όλες οι πληροφορίες είναι λάθος. Ο κόσμος θέλει να πιστεύει ότι αυτά που του λες είναι αληθινά. Το αναγνωστικό κοινό θέλει να νομίζει οτι δεν το θεωρείς παιδί για να του λες παραμύθια. Ότι το παίρνεις στα σοβαρά και του λες την πραγματικότητα. Αλλά το μυθιστόρημα δεν είναι τηλεφώνημα. Δεν γράφω βιβλία για να σας πω τι μου συμβαίνει εμένα. Αυτό ενδιαφέρει τους πέντε φίλους μου, κανέναν άλλον. Το μυθιστόρημα είναι κατασκευή. Όπου χρησιμοποιείς και πραγματικά στοιχεία. Η εγχείριση που αναφέρω είναι αληθινή αλλά η εγχείριση μέσα στο βιβλίο είναι ένα άλλο πράγμα από αυτό που έζησα εγώ. Στο βιβλίο είναι η εγχείριση που ταιριάζει στην ιστορία που θέλω να διηγηθώ, όχι η καταγραφή ενός γεγονότος όπως θα το έλεγα σε έναν φίλο μου. Την εγχείριση θα μπορούσα και να την επινοήσω, ή και να πληροφορηθώ από δύο τρεις γιατρούς πώς αισθάνεται κανείς σε αυτή την περίπτωση.
altΓυρίζετε πίσω για να δείτε τι κάνουν οι ήρωες των βιβλίων σας;
Όχι τόσο συχνά. Αναγκάζομαι να ξαναδιαβάσω βιβλία μου γιατί επανεκδίδονται και μπορώ να κάνω ορισμένες διορθώσεις. Τα ξανακοιτάζω και έχω μια νοσταλγία για ορισμένους ήρωες. Θυμάμαι τον ήρωα ενός βιβλίου μου, που λέγεται Έλεγχος ταυτότητας, ο οποίος είναι ένας άστεγος και περιφέρεται στους δρόμους και προσπαθεί να δει σε ποιο σπίτι γίνεται κάποια γιορτή για να πάει να φάει τζάμπα. Έχω μια αδυναμία σ’ αυτόν τον ήρωα. Γενικά όμως τους ξεχνάω, αλλά τελικά ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά τους επιβιώνουν μέσα από επόμενους ήρωές μου.
Γράφετε τα περισσότερά σας βιβλία πρώτα στα γαλλικά. Η ελληνική εκδοχή τους, υποθέτω δεν είναι μια απλή μετάφραση. Μιλήστε μου γι’ αυτό.
Τα περισσότερα πια είναι γραμμένα αρχικά στα ελληνικά. Η Μητρική γλώσσαΗ καρδιά της Μαργαρίτας, το μ.Χ., Η πρώτη λέξη είναι γραμμένα στα ελληνικά. Το τελευταίο, Ο μικρός Έλληνας, είναι στα γαλλικά όπως και οι Ξένες λέξεις. Η ελληνική εκδοχή τους είναι μια μετάφραση. Και, μάλιστα, θέλω να είναι απολύτως πιστή η μετάφραση. Για μένα η μετάφραση ξεκινάει μόλις τελειώνω το χειρόγραφο. Δεν μεταφράζω ένα βιβλίο τυπωμένο σαν να ήμουν μεταφραστής. Μεταφράζω ένα χειρόγραφο, άρα η μετάφραση προεκτείνει τη συγγραφή. Και μπορώ, εάν έχω μια καλή ιδέα την ώρα που μεταφράζω, να τη χρησιμοποιήσω για να βελτιώσω και το πρωτότυπο. Οπότε στο τέλος τα δυο βιβλία είναι ακριβώς ίδια.
Ζώντας τόσα χρόνια στο Παρίσι ήταν αυτονόητη για εσάς η δυνατοτητα να προβάλλετε τα βιβλία σας τόσο μέσα από τον έντυπο Τύπο όσο και από την τηλεόραση. Πόσο έχει στοιχίσει στο ελληνικό βιβλίο το ότι δεν υπάρχει μια οργανωμένη εκπομπή στην ελληνική τηλεόραση που να παρακολουθεί και να προτείνει τίτλους από τη σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή;
Νομίζω πάρα πολύ. Χρειάζεται ένα άτομο με εξαιρετικό ταλέντο, που να είναι πάρα πολύ πειστικός, εξαιρετικός κριτικός αλλά κυρίως πολύ καλός αναγνώστης. Στη Γαλλία η μόνη εκπομπή που πουλούσε πολλά βιβλία ήταν η εκπομπή του Pivot, που κράτησε είκοσι χρόνια. Ο Pivot πουλούσε βιβλία, είχε αυτό το ταλέντο. Την επομένη της εκπομπής του Pivot τα πέντε βιβλία για τα οποία είχε μιλήσει το προηγούμενο βράδυ ήταν στις βιτρίνες όλων των βιβλιοπωλείων. Ήταν βέβαιο ότι περνάς από τον Pivot και θα πουλήσεις 10.000 αντίτυπα. Ο Pivot είχε μια γοητεία και έπειθε τον κόσμο, κανένας άλλος Γάλλος δεν την είχε. Στην Ελλάδα αυτό δεν έχει γίνει ποτέ. Ποιο άτομο θα μπορούσε να μιλήσει για το βιβλίο με τόσο ενθουσιασμό, με τόσο κέφι που να σε πείσει να πας να το αγοράσεις; Ο Βασιλικός δεν είναι ο κατάλληλος, φυσικά. Πρέπει να βρεθεί ένα προσωπο που να ενθουσιάζεται και να μεταδίδει αυτόν τον ενθουσιασμό. Συγγραφέας οπωσδήποτε δεν πρέπει να είναι. Εδωπέρα έχουμε μόνο κάτι μίζερα πράγματα. Ειλικρινά δεν ξέρω.
alt
Έχετε καταλήξει σε κάποιους λόγους για τους οποίους τα ελληνικά βιβλία δεν σημειώνουν ιδιαίτερη πορεία στο εξωτερικό;
Ίσως δεν επιλέγονται τα σωστά βιβλία. Πάντως είναι αλήθεια ότι το ελληνικό βιβλίο, στην περίοδο της δικτατορίας, προβλήθηκε πάρα πολύ, καθώς και στα αμέσως επόμενα χρόνια, λόγω της πολιτικής κατάστασης, η οποία βοήθησε στο να στραφεί το ενδιαφέρον του κόσμου στην Ελλάδα και κατά συνέπεια και στο ελληνικό βιβλίο. Απο εκεί και πέρα τα πράγματα άρχισαν να ατονούν. Αλλά ήταν τότε που μεταφράστηκαν οι Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα, το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου και το Τρίτο στεφάνιτου Ταχτσή. Η ποίηση επίσης προβλήθηκε πολύ. Ο Ρίτσος ήταν ποιητής με τεράστια κυκλοφορία στη Γαλλία. Έχουν γίνει όμως και φοβερές αδεξιότητες. Το Άξιον Εστί μεταφράστηκε, αλλά η μετάφραση είναι τόσο κακή, που είναι σαν να μην υπάρχει αυτό το βιβλίο. Γιατί αυτή την μετάφραση επέλεξε ο Ελύτης, που την έκανε ένας ποιητής μασόνος και λόγω μασονίας ο Ελύτης προτίμησε αυτήν τη μετάφραση. Ήταν πελώρια βλακεία του. Έθαψε το ίδιο του το βιβλίο, ενώ υπήρχαν καλύτερες μεταφράσεις. Ανύπαρκτος ο Ελύτης μετά στην Γαλλία.
Υπάρχουν όμως και αξιόλογοι έλληνες συγγραφείς που κάνουν μόνοι τους πράγματα. Ο Μάρκαρης στη Γερμανία, η Ζατέλη στην Ιταλία. Οι καλοί συγγραφείς βρίσκουν τον δρόμο για το εξωτερικό, χρειάζονται όμως πολλά χρόνια. Εγώ υπολογίζω ότι για να μεταφραστεί ένα βιβλίο έξω χρειάζονται δεκαπέντε χρόνια, μίνιμουμ. Χρειάζεται υπομονή. Και, εν πάση περιπτώσει, οι συγγραφείς πρέπει να κάνουν καλά τη δουλειά τους. Εννοώ ότι κάποιες προχειρότητες που μπορεί να είναι αποδεκτές από τη χώρα σου, δεν είναι αποδεκτές έξω.
Διαβάζοντας και το τελευταίο σας βιβλίο, για άλλη μια φορά διαπίστωσα, ότι δεν λογοδοτείτε σε αυτό που λέμε «μεγάλη λογοτεχνία» ούτε σε κάποιο κίνημα γραφής. Για ποιον γράφετε, κ. Αλεξάκη;
Για μένα. Αποκλειστικά για μένα. Προσπαθώ να γράψω το βιβλίο που θα ήθελα να διαβάσω. Ούτε κατά διάνοια δεν γράφω με τη σκέψη του τι θα αρέσει. Είναι μια πολυτέλεια, θα μου πείτε, αλλά εφόσον μπορώ και επιβιώνω χωρίς να με ενδιαφέρει καθόλου αυτό, το κάνω. Όλα τα άλλα αφορούν τον εκδότη. Όχι πως όταν κυκλοφορήσει το βιβλίο δεν με ενδιαφέρει να πάει καλά, να πουληθεί, να αρέσει. Βεβαίως και το θέλω. Αλλά αυτά είναι μετά. Την ώρα της κατασκευής κανέναν αναγνώστη δεν σκέφτομαι. Και ποιον να σκεφτώ εξάλλου;
Λέτε κάπου αλλού στο βιβλίο: «Έχω ξεχάσει τα πάντα για ορισμένες γυναίκες, πλην της ζήλιας που ένιωσα γι’ αυτές». Έχετε αισθανθεί παρόμοια και για βιβλία άλλων συγγραφέων;
Διάβαζα πολύ μέχρι που άρχισα να γράφω. Διάβαζα τα πάντα. Μετά σταμάτησα. Δεν προλαβαίνω να παρακολουθώ τι γράφεται. Τα βιβλία που πρέπει να διαβάσω για να γράψω το δικό μου είναι τόσα πολλά, που μου είναι αδύνατον να διαβάσω κι άλλα. Σκέφτομαι στο επόμενο βιβλίο μου να ασχοληθώ με τη μνήμη. Για να μιλήσεις για τη μνήμη πρέπει να διαβάσεις μια βιβλιοθήκη.
alt
Λέτε κάπου στο βιβλίο: «Ανήκει άραγε και η γραφή στις αλλόκοτες ασχολίες, όπως είναι η κλεπτομανία και η πτώση με αλεξίπτωτο;». Η γραφή λειτουργεί για εσάς ψυχοθεραπευτικά;
Δεν είναι ψυχανάλυση η γραφή. Η γραφή είναι η ικανότητα του να κατασκευάζεις μια ιστορία. Δεν παίρνεις το μολύβι σου για να πεις τον πόνο σου. Η γραφή δεν είναι τηλεφώνημα, όπως σας είπα και νωρίτερα, ούτε ψυχανάλυση, ούτε ημερολόγιο. Καμία σχέση δεν έχουν αυτά με το μυθιστόρημα. Ο στόχος δεν είναι να αισθανθώ εγώ καλύτερα. Δεν γράφω για να ισορροπήσω. Γι’ αυτά είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, ένας ψυχαναλυτής. Υπάρχουν άλλες λύσεις. Το μυθιστόρημα δεν είναι λύση γι’ αυτό το πρόβλημα. Η ψυχική ανάγκη που ικανοποιώ γράφοντας είναι η ανάγκη του να κατασκευάζω ιστορίες. Είμαι σαν τον επιπλοποιό που του αρέσει να φτιάχνει έπιπλα. Δεν έχει σχέση αν πέθανε η γυναίκα του την προηγουμένη. Το έπιπλο θα πρέπει να ξέρει να το φτιάξει. Τώρα αν έχει πρόβλημα με το θάνατο της γυναίκας του θα το λύσει αλλιώς. Δεν θα φτιάξει αναγκαστικά ένα φέρετρο.
Λέτε κάπου στο βιβλίο σας: «Η γραφή είναι μια φιλοδοξία και ένας φόβος». Εσείς τι φιλοδοξείτε να πετύχετε με κάθε σας βιβλίο και τι σας φοβίζει κατα τη διάρκεια της συγγραφής;
Είναι μια μεγάλη φιλοδοξία το να λες ιστορίες στους άλλους σαν να είσαι η μαμά τους. Είναι ένας ρόλος πολύ σπουδαίος. Όλοι τον έχουν ανάγκη. Ο φόβος προέρχεται από το μέγεθος αυτής της φιλοδοξίας. Ο φόβος είναι ότι δεν θα τα καταφέρεις. Όταν ξεκινάς να φτιάξεις ένα μεγάλο οικοδόμημα φοβάσαι ότι θα σου πέσει στο κεφάλι, ότι κάτι δεν θα πάει καλά. Εγώ πάντα γράφω με πολύ μεγάλο άγχος επειδή φοβάμαι μήπως χάσω τη σωστή κατεύθυνση και πάει αλλού το μυθιστόρημα και τελικά αποτύχει.
Στην πρώτη σελίδα κιόλας του νέου σας βιβλίου υπάρχει η ερώτηση με την οποία θα ήθελα να κλείσουμε: «Τι είδους μυθιστορήματα γράφετε», κύριε Αλεξάκη;
Περιπετειώδη. Θα σας δώσω ακριβώς την ίδια απάντηση, όπως και στο βιβλίο, την οποία δίνω για να γελάμε: «περιπετειώδη μυθιστορήματα». Αλλά δίνοντας μια λάθος απάντηση υπενθυμίζω ότι βρισκόμαστε σε έναν χώρο φαντασίας, οπότε όλες οι απαντήσεις είναι σωστές. Θέλω να πω ότι ο συγγραφέας μου στο βιβλίο είναι στην ουσία ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο. Δεν είμαι εγώ. Και ως μυθιστορηματικό πρόσωπο μπορεί να πει ό,τι θέλει.
Εάν πάντως θα έπρεπε να σας δώσω μια απάντηση σοβαρά θα σας έλεγα: φανταστικά βιβλία. Κατασκευάσματα της φαντασίας μου. Τόσο μεγάλη είναι η σημασία της φαντασίας στη συγγραφή, το διαπιστώνει κανείς σε κάθε φράση. Το στοιχείο της φαντασίας θα ήθελα να το τονίσω. Την φαντασία την περιφρονεί το ελληνικό σχολείο, το πανεπιστήμιο, ο Τύπος. Όταν τους λες ότι είναι προϊόν φαντασίας δεν καταλαβαίνουν ακριβώς γιατί πράγμα μιλάς. Το σχολείο έχει καταφέρει να πνίξει αυτή τη λέξη. Και από εκεί και πέρα είναι πολύ δύσκολη η επικοινωνία, διότι εσύ μιλάς για κάτι το οποίο έχουν πάψει να καταλαβαίνουν από μικρά παιδιά. Το σχολείο σκοτώνει αυτήν τη λέξη και η δική μου προσπάθεια είναι να την επαναφέρω στη ζωή.

Feedzilla: Europe News

BBC News - Politics

Harvard Magazine email Archive Feed

ΤΥΠΟΣ

« »

EMSC - Last 50 earthquakes worldwide