Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Η μεταπολιτευτική κριτική στον καθρέφτη


literary-criticism-caricature-of-literary-critics-removing-passages-from-books-that-displease-them  

Προδημοσίευση από τη μελέτη του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη Η μεταπολιτευτική κριτική στον καθρέφτη, που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Πόλις. 


Η κριτική αλλάζει μετά τη μεταπολίτευση, όχι μόνο επειδή αξιοποιεί την πείρα του παρελθόντος, αλλά και επειδή έρχεται όλο και περισσότερο σε επαφή με τις εξελίξεις στο εξωτερικό, με την πρόοδο της θεωρίας της λογοτεχνίας και με τα προβλήματα που συζητούνται γύρω από αυτήν, με τις κατακτήσεις στον χώρο της ιστορίας, της κοινωνιολογίας, της φιλοσοφίας, των πολιτισμικών σπουδών και άλλων επιστημών. Οι εφημερίδες δημιούργησαν ένθετα για το βιβλίο και με αυτήν τη συνθήκη, από το 1997 και εντεύθεν, η κριτική έχει όλα τα περιθώρια που χρειάζεται για να ευδοκιμήσει. 

Οι βιβλιοκριτικοί [...] δεν τολμούν να βάλουν το νυστέρι βαθιά στο σώμα της λογοτεχνίας, όταν αυτό πάσχει.
Oι κριτικοί είναι πιο υποψιασμένοι όχι μόνο σε θέματα λογοτεχνίας αλλά και ως προς την ίδια τη φύση της κριτικής· ακόμα περισσότερο είναι πιο συνειδητοποιημένοι όσον αφορά στην αγορά του βιβλίου, αν και ακόμη δεν έχουν στραφεί ανοικτά στον αναγνώστη, αλλά στέκονται πιο κοντά στην αίσθηση του συγγραφέα. Mε αυτό θέλω να επισημάνω την αυταπάτη στην οποία έχει περιπέσει η κριτική, καθώς πρόσκειται κοντύτερα στη γνώμη, στις προθέσεις και στη στάση του δημιουργού απέναντι στο έργο του, λαμβάνοντάς τον υπόψη του περισσότερο απ' ό,τι την πιθανή πρόσληψη του κειμένου από τον αναγνώστη. Οι βιβλιοκριτικοί, είτε επειδή είναι οι ίδιοι λογοτέχνες είτε επειδή κινούνται μέσα στο λογοτεχνικό πεδίο και επικοινωνούν ακόμα και σε διαπροσωπικές σχέσεις με τους συγγραφείς, τίθενται ψυχολογικά με το μέρος τους και δεν τολμούν να βάλουν το νυστέρι βαθιά στο σώμα της λογοτεχνίας, όταν αυτό πάσχει. Ο αναγνώστης αισθάνεται έκθετος απέναντι σε μια νοοτροπία που τον αφήνει ακάλυπτο και σε μια γραφή που γίνεται ελιτίστικη, όσο περισσότερο προσανατολίζεται μέσα σ' αυτό το κλειστό σύστημα. 
Oι ίδιοι οι κριτικοί ίσως αντιλαμβάνονται τα προβλήματα της σύγχρονης κριτικής, αλλά δύσκολα προωθούν αλλαγές σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Η σύγχρονη κρίση και οι εξελίξεις στον ψηφιακό χώρο ωθούν σε πιο εύπεπτες παρουσιάσεις και στη μείωση του δραστικού κριτικού λόγου μόνο σε μια στενή ανάλυση της αναγνωστικής εμπειρίας. Παρ' όλ' αυτά, τα περισσότερα ζητήματα έχουν τεθεί και μπορούμε πλέον να τα δούμε στον καθρέφτη και να πάρουμε θέση για αυτά, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη.
Πρώτα απ' όλα, η συγκρότηση του κριτικού δεν μπορεί να είναι απλώς η γενική του παιδεία, η γλωσσική του δεινότητα, η πειστική του δύναμη και η αγάπη του για τη λογοτεχνία. Πρέπει επιτέλους να απαιτήσουμε από τον βιβλιοκριτικό παράλληλα με το οξύ αναγνωστικό του ένστικτο να ενδιαφερθεί και για την ειδική παιδεία, φιλολογική, φιλοσοφική κ.λπ., ώστε να συναντά το βιβλίο όχι απλώς ως μέσος αναγνώστης, έστω και οξύνους ή απαιτητικός, αλλά και ως επαρκής δέκτης τόσο των συγκεκριμένων έργων ή των σύγχρονων τάσεων αλλά και των ιστορικών και θεωρητικών προϋποθέσεων παραγωγής και πρόσληψης της λογοτεχνίας. Η κριτική δεν είναι τέχνη, δεν είναι απλώς ταλέντο, αλλά μια μεταγλωσσική και μετα-αφηγηματική ενασχόληση με το βιβλίο, που θα πρέπει να συνοδεύεται από ένα ισχυρό υπόβαθρο.
[...] Όπως προείπα, ο κριτικός δεν μπορεί να στέκεται στην πλευρά του συγγραφικού υποκειμένου, αλλά να συντάσσεται στο πλευρό του αναγνώστη. Το ζητούμενο είναι να εξηγήσει γιατί ένα βιβλίο είναι αξιανάγνωστο, γιατί το τάδε έργο προεκτείνει τον ορίζοντα προσδοκιών της εποχής του, γιατί το δείνα κείμενο κάνει πιο ορατή την αλήθεια που έρχεται να διασταυρωθεί με τις αλήθειες των άλλων αφηγήσεων. Ο κριτικός σκόπιμο είναι να μπορέσει να αναδείξει εαυτόν ως τον επαρκή αναγνώστη που νοηματοδοτεί, οδηγώντας και τους άλλους αναγνώστες σε μια βαθύτερη προσέγγιση του λογοτεχνικού έργου.
ex peradonakis ekdoseispolisΚι εδώ αναφύεται ένα διττό ζήτημα: η κριτική (πρέπει να) αναφέρεται στο ευρύ κοινό ή αναφέρεται στον αναγνώστη του αύριο, δηλαδή στην ιστορία; Δυστυχώς, ο μέσος αναγνώστης ολοένα και περισσότερο επαναπαύεται στις έτοιμες γνώμες και στις «προφορικές» πληροφορήσεις, είτε είναι από κάποιον φίλο είτε από τον εύπεπτο λόγο του διαδικτύου. Επομένως, ο βιβλιοκριτικός καλείται είτε να πλησιάσει αυτό το είδος λόγου χωρίς να απολέσει την ποιότητα των συλλογισμών του ή να πιστέψει απαρέγκλιτα ότι η υπόθεση είναι χαμένη και γράφει για όσους μπορούν να παρακολουθήσουν τις βαθιές ζυμώσεις που γίνονται στη λογοτεχνία. Θα ήθελα να πιστέψω ότι ο αναγνώστης δεν είναι ξεχασμένο χαρτί και ότι η αφηγηματική λογική της ψηφιακής εποχής μπορεί να αποτελέσει δίοδο προσέγγισης και ανύψωσης του αναγνωστικού ενδιαφέροντος για θέματα που μια πρώτη ανάγνωση δεν αγγίζει.
Όσον αφορά τώρα τη σχέση του κριτικού με τον λόγο των άλλων (κριτικών και μελετητών) αυτή είναι συχνά, όπως προείπα, διπλωματική ή στρουθοκαμηλική. Είναι απόλυτα λογικό κάθε βιβλιοκριτικός να διαβάζει τα κριτικά κείμενα των άλλων πριν γράψει τη δική του κριτική κι όμως μέσα σ' αυτήν ή αγνοεί όσα προσέλαβε ή (σπανιότερα) διακριτικά παραπέμπει σε ξένους μελετητές ή σε πανεπιστημιακούς καθηγητές για να επικαλεστεί την αυθεντία τους και να αποδώσει τα εύσημα. Έτσι, όμως, υπονοεί ότι όσα στοχάστηκε πάνω στο κρινόμενο κείμενο βγήκαν εν λευκώ από το μυαλό του, δεν επηρεάστηκε από άλλους κριτικούς που μίλησαν πρώτοι, δεν νιώθει την ανάγκη να διαλεχθεί μαζί τους. Κι αν αυτό ακούγεται «ακαδημαϊκή λογική», με τις παραπομπές και την επιστημονική δεοντολογία, θα χρησίμευε και στην κριτική, ώστε επιτέλους να ανοίξουν γόνιμοι διάλογοι με συμπλεύσεις και αντιθέσεις μεταξύ των βιβλιοκριτικών για τα σύγχρονα λογοτεχνικά έργα.


Feedzilla: Europe News

BBC News - Politics

Harvard Magazine email Archive Feed

ΤΥΠΟΣ

« »

EMSC - Last 50 earthquakes worldwide