Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Το υπόστρωμα του κόσμου


repulsion1


Του Ηφαιστίωνα Χριστόπουλου
Η αλήθεια είναι ότι δεν ήμουν ποτέ ο τύπος που είχε σχέσεις με τους γείτονές του – ούτε τις ήθελα κιόλας. Με απωθούσαν η επίπλαστη εγκαρδιότητα και οι ανούσιες κουβέντες της σκάλας. Όμως, μιας και ασανσέρ στην πολυκατοικία δεν υπήρχε, ήμουν αναγκασμένος να τις αντιμετωπίζω συχνά. Είχα λοιπόν βρει τρόπο να τις αποφεύγω – ή τουλάχιστον να τις ελαχιστοποιώ. Έβαζα το κεφάλι κάτω, μουρμούριζα μια καλημέρα μέσα απ' τα δόντια μου κι έκανα τάχα ότι βιάζομαι. Ανέβαινα τρέχοντας τους ορόφους για να παραμένω όσο λιγότερο γινόταν στην επικίνδυνη ζώνη. Κακό δεν μου 'κανε, είχα ανάγκη κι από λίγη άσκηση. 
Άλλωστε δεν είχαμε και κανέναν άνθρωπο που να έχω κάτι να πω μαζί του. Όλο κάτι αδιάκριτοι γέροι ήταν, κάτι νωθροί οικογενειάρχες με προκοίλια και υστερικές μητέρες με τα πιτσιρίκια τους. Με τα τελευταία, η αδιαφορία ευτυχώς ήταν αμοιβαία. Κανείς που να δείχνει έστω κι ελάχιστα ενδιαφέρων – ή, μάλλον, σχεδόν κανείς.
Αυτήν την απέφευγα για άλλους λόγους. Γιατί, από την αντίδραση που μου προκαλούσε, μόνο αδιάφορη δεν μπορούσες να την πεις. Τη φοβόμουν. Όσο κι αν ντρεπόμουν γι' αυτό, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα να τ' αλλάξω. Μου ερχόταν αυθόρμητα. Και την ίδια αντίδραση έμοιαζαν να έχουν και οι περισσότερο γείτονές μου· δεν είχα ακούσει κανέναν να της μιλάει ποτέ.
Ήταν κάτι πάνω της, κάτι στον τρόπο που κρατούσε το κεφάλι χαμηλωμένο.
Ήταν κάτι πάνω της, κάτι στον τρόπο που κρατούσε το κεφάλι χαμηλωμένο, στο πώς έσερνε τα πόδια της όταν περπατούσε, στο ότι έμοιαζε πάντα να κάνει τις ίδιες ακριβώς κινήσεις, να μη βιάζεται και να μην αργοπορεί ποτέ, ίσως και στο ότι δεν είχα ακούσει ποτέ τη φωνή της, που μου προκαλούσε όχι απλώς φόβο, αλλά και αποστροφή. Δεν ήταν πως ήταν σημαδεμένη, παραμορφωμένη, για να πεις πως αυτό την έκανε απωθητική – ούτε καν άσχημη. Τουλάχιστον αυτήν την εντύπωση έχω. Είναι κάποιοι άνθρωποι που, όσο και να προσπαθήσεις, δεν μπορείς με τίποτα να θυμηθείς το πρόσωπό τους.
 
Ο χειμώνας ήταν όπως είναι πάντα. Υγρός, μουντός, άχρωμος. Η καλύτερή μου· καθόμουν απ' το απόγευμα μέχρι αργά τη νύχτα δίπλα στο παράθυρο με τον γάτο στα πόδια μου, διάβαζα, έπινα ουίσκι, παρακολουθούσα το καφέ και το γκρίζο να ξεβάφουν, να ξεφλουδίζουν ώσπου ν' αποκαλυφθεί το μαύρο που κρύβεται κάτω απ' τα πάντα, το μαύρο που είναι τα πάντα, κι άκουγα το ράπισμα της βροχής στο τζάμι και τον συριγμό του ανέμου που περνούσε μέσα απ' τα πολυκαιρισμένα κουφώματα.
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα όταν χτύπησε η πόρτα.
Το φως στη σκάλα ήταν σβηστό, και το πορτατίφ δίπλα στο παράθυρο δεν έφτανε να φωτίσει μέχρι την είσοδο. Ωστόσο, κατάλαβα κατευθείαν πως ήταν αυτή, ένιωσα αμέσως την ίδια ακαθόριστη αποστροφή, πριν καν προλάβουν τα μάτια μου να συνηθίσουν στο σκοτάδι. Ήταν λες κι είχε κάτι ο ίδιος ο αέρας που κουβαλούσε γύρω της.
Δεν μίλησε. Παρέμεινε ακίνητη στη θέση της, με το κεφάλι σκυμμένο, και με κοιτούσε κάτω απ' τα φρύδια της. Περίμενα μερικά δευτερόλεπτα, κι ύστερα έκανα στην άκρη κι άναψα το φως.
«Μου έχει χαλάσει η θέρμανση», είπε. Η φωνή της ήταν απαλή και βραχνή, έμοιαζε με ψίθυρο. Έκανα μια αόριστη κίνηση προς το εσωτερικό του διαμερίσματος, αποφεύγοντας να την κοιτάξω.
Δεν κουνήθηκε. «Μπορώ να μείνω εδώ; Θα στο ξεπληρώσω», είπε. Χωρίς να περιμένει απάντηση, γονάτισε μπροστά μου.
Έκανα να την απωθήσω, δίσταζα όμως ακόμα να την αγγίξω και πισωπάτησα μερικά βήματα· πήγα να ψελλίσω κάτι, μα εκείνη έμεινε εκεί, σιωπηλή, γονατιστή.
Την άφησα. Με το βλέμμα καρφωμένο στο ταβάνι, την άφησα.
 
Όταν γύρισα το απόγευμα, είχε φύγει. Δεν ξανάρθε το βράδυ.
Τον καιρό που ακολούθησε, έτυχε να συναντηθούμε μερικές φορές στις σκάλες. Όλα ήταν όπως και πριν. Είχα κυριευτεί και πάλι απ' την ίδια αίσθηση φόβου, κι αυτή – δεν έχω ιδέα τι ένιωσε αυτή, αν ένιωσε, αν με είδε, αν έβλεπε καν ό,τι έβλεπα εγώ, τους τοίχους, το κλιμακοστάσιο και τους διαδρόμους. Δεν ανταλλάξαμε ούτε βλέμμα.
Ένα βράδυ μού χτύπησε ξανά την πόρτα.
«Γεια», είπε. Ένιωσα μια υποψία χαμόγελου στη φωνή της. «Είσαι να γίνουμε σκατά;» Με την άκρη του σκυμμένου βλέμματός μου είδα να μου τείνει ένα μπουκάλι.
Έμεινα ασάλευτος. Ίσως ερμήνευσε τη στάση μου σαν ναι, ή μπορεί απλώς να βαριόταν να περιμένει ν' αποφασίσω. Πέρασε από δίπλα μου κι απλώθηκε στον καναπέ.
Πέρα απ' το τραπεζάκι δεν είχα άλλα έπιπλα, κι έτσι κάθισα στο πάτωμα απέναντί της.
«Πες κάνα νέο», είπε.
Μόρφασα, μάλλον ενοχλημένος. Νέο; Ήξερε δηλαδή τα υπόλοιπα κι ήθελε να μάθει νέα; Ούτε τ' όνομά μου δεν είχε ρωτήσει.
Δεν έδειξε να με προσέχει. «Εμένα πέθανε η μαμά μου χτες».
Τότε ήταν που τόλμησα για πρώτη φορά να την κοιτάξω κατάματα.
Σήκωσα το βλέμμα μου εμβρόντητος. Ακόμα προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου πως η κίνησή μου αυτή ήταν συνειδητή, πως το έκανα με τη θέλησή μου, δεν ήταν κάποια αντανακλαστική αντίδραση. Όπως και να 'χει, τότε ήταν που τόλμησα για πρώτη φορά να την κοιτάξω κατάματα. Έμεινα έτσι γι' αρκετά δευτερόλεπτα, σχεδόν έβλεπα εκείνη τη δυσάρεστη, απωθητική αύρα της να διαλύεται μπροστά στα μάτια μου. Μόνο που δεν είμαι σίγουρος ότι αντικαταστάθηκε από κάτι πιο καθησυχαστικό.
«Λυπάμαι πολύ», κατάφερα τελικά να ψελλίσω.
Σήκωσε τους ώμους. «Δεν πειράζει. Ήταν άρρωστη έτσι κι αλλιώς».
Έπιασε το μπουκάλι απ' το τραπέζι και το άνοιξε. Κατέβασε μια τεράστια γουλιά και το έσπρωξε προς το μέρος μου. Ήπια αφηρημένα.
«Τι έγινε με τη θέρμανση;» ρώτησα.
«Δεν ξέρω. Δεν κάνει πια τόσο κρύο, έτσι κι αλλιώς». Κοίταξε έξω απ' το παράθυρο κι ύστερα γύρισε πάλι σε μένα. «Θέλεις να γαμηθούμε;»
Κατάφερα ν' αρνηθώ. Συνεχίσαμε να πίνουμε σιωπηλοί. Καθίσαμε μέχρι το πρωί, με τα φώτα σβηστά, αδειάζοντας ό,τι ποτό υπήρχε στο σπίτι.
Δεν χρειάστηκε να μιλήσουμε άλλο. Αφήσαμε το σκοτάδι να μεταφέρει όσα είχαμε πραγματικά ανάγκη. Κι αυτά δεν ήταν οι λέξεις.
 
Λίγες μέρες αργότερα πήγα να τη δω. Μιας και δεν είχα ιδέα τι άλλο να της πάρω, το έπαιξα στα σίγουρα κι αγόρασα δυο μπουκάλια βότκα.
Γύρισα τη μισή πολυκατοικία μέχρι να βρω το διαμέρισμά της. «Ψήνεσαι;» της είπα, δείχνοντας με νόημα τα μπουκάλια.
Το σκέφτηκε για λίγο, γερμένη στην παραστάδα. «Μπα, δεν θέλω», είπε τελικά κι έκλεισε την πόρτα.
Γύρισα σπίτι, πήρα αγκαλιά τον γάτο μου και κάθισα στο παράθυρο. Οι όποιες σκέψεις μου ξεφλούδισαν και διαλύθηκαν στο μαύρο υπόστρωμα του κόσμου.
 
Δεν δοκίμασα ξανά να την επισκεφτώ. Η ίδια ήρθε δυο-τρεις φορές, όποτε αυτή το ήθελε. Συνεχίσαμε ν' ανταμώνουμε πού και πού στη σκάλα, θα 'λεγες όμως πως κάποια σιωπηρή συμφωνία μάς ανάγκαζε να μην ανταλλάζουμε κουβέντα. Καταλαβαίνω πλέον γιατί. Εκεί έξω ήμασταν άγνωστοι. Δεν υπήρχε κανένας αγωγός ανάμεσά μας, η σιωπή, το σκοτάδι, το γνώριμο και ασφαλές κενό του διαμερίσματός μου. Μονάχα εκείνος ο αλλόκοτος αέρας αποστροφής που κουβαλούσε μαζί της, που θέριευε και πάλι μόλις δρασκέλιζε το κατώφλι μου.
Ώσπου την έχασα. Είχα κάνα δίμηνο να τη δω. Πέρασα έξω απ' το σπίτι της. Είχαν αλλάξει κουδούνι κι είχαν βάλει πόρτα ασφαλείας. Δεν μπήκα στον κόπο να ρωτήσω. Ποτέ δεν πέρασε να με χαιρετίσει.
Ψάχνω καμιά φορά να την εντοπίσω στο πλήθος, μα ξέρω ότι είναι μάταιο. Το πρόσωπό της δεν το θυμάμαι, όσο κι αν προσπαθήσω. Και τώρα πια όλοι οι άνθρωποι μοιάζουν να σέρνουν μαζί τους την αποστροφή μου.
ΗΦΑΙΣΤΕΙΩΝ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
crhistopoulos-ifaistionΓεννήθηκε στην Αθήνα το 1982 κι έχει αποφοιτήσει από το τμήμα Ναυπηγών του ΕΜΠ. Μέρος των πρώτων ετών της ζωής του το πέρασε στη Νιγηρία, από την οποία δυστυχώς δε θυμάται και πολλά. Το διήγημά του Ataxia Blues δημοσιεύτηκε στην ανθολογία ΕΦΦάνταστες Ιστορίες της Αθηναϊκής Λέσχης Επιστημονικής Φαντασίας.









Feedzilla: Europe News

BBC News - Politics

Harvard Magazine email Archive Feed

ΤΥΠΟΣ

« »

EMSC - Last 50 earthquakes worldwide