Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Η πόλη και η σιωπή



alt


Προδημοσίευση από το νέο μυθιστόρημα τουΚωνσταντίνου Δ. Τζαμιώτη  Η πόλη και η σιωπή, που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη, στις 9 Δεκεμβρίου.

[...]
ΑΝΟΙΞΕ ΜΙΑ ΜΠΙΡΑ και βγήκε στο μπαλκόνι. Ήθελε ώρα ακόμη μέχρι να επιστρέψει η Βάσω. Αν καθόταν μέσα, θα κόλλαγε πάλι στην τηλεόραση και δεν το ήθελε. Όχι πως έξω είχε καμιά σπουδαία θέα. Μια λωρίδα ουρανού έβλεπαν μονάχα από το μπαλ­κόνι τους, γιατί ο δρόμος ήταν στενός και γεμάτος πολυκατοικίες. Απ' τους τέσσερις τοίχους όμως ήταν προτιμότερο.
Έπινε κατευθείαν απ' το μπουκάλι γενναίες γουλιές, που τις κρατούσε να ξεθυμάνουν στο στόμα πριν τις αφήσει να κυλήσουν στο λαιμό του, ενώ αναλογιζόταν τα θετικά και τις αναποδιές της ημέρας· προσπαθώντας ν' αποφασίσει αν έπραξε ορθά, ανάπλαθε με το μυαλό του όσα συνέβησαν τις τελευταίες ώρες, αναρωτιόταν ποιος ήταν ο καλύτερος τρόπος να τα πει στη γυναίκα του, έκανε υποθέσεις για το ποια μπορούσε να είναι η αντίδρασή της, προβληματιζόταν αν ήταν σε θέση να την πείσει πως όλα έγιναν όπως έπρεπε.
Τέτοια συλλογιζόταν, όταν ακούστηκε ένας οξύς θόρυβος από κάτω. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία και ξανάπιασε τις σκέψεις του από εκεί που διέκοψε, όταν όμως ο θόρυβος επαναλήφθηκε και μάλιστα εντονότερα, σηκώθηκε και έσκυψε να δει τι είναι.

Ένας ρακοσυλλέκτης, κοντούλης και λιπόσαρκος σαν κορίτσι, πάσχιζε να κουμαντάρει ένα τεράστιο ψυγείο όμοιο με δίφυλλη ντουλάπα, που κάποιος είχε αφήσει δίπλα στον κάδο απορριμμάτων. Κανονικά το ζήτημα θα τελείωνε εκεί και θα γύριζε αμέσως στην καρέκλα του, τρυγητές σκουπιδιών σαν αυτόν περνούσαν δεκάδες κάθε βράδυ, όμως τούτη εδώ ήταν διαφορετική περίπτωση. Η εντυπωσιακή διαφορά μεταξύ του ανθρώπου και του αντικειμένου που πάσχιζε να μεταφέρει –ένα μεταλλικό θηρίο ύψους σχεδόν δύο μέτρων και πλάτους κοντά ενάμισι, απ' αυτά με την παγομηχανή, το βρυσάκι και τη δυνατότητα ενσωμάτωσης τηλεό­ρασης στην πρόσοψή τους καθιστούσε το όλο εγχείρημα αξιοθέατη αποκοτιά.
Περίεργος να μάθει τι σόι κατάληξη θα είχε τούτη η άνιση αναμέτρηση, έγειρε πάνω απ' το κάγκελο, ώστε να βλέπει καλύτερα. Ο ανθρωπάκος ακόμη έψαχνε πώς θα τα καταφέρει. Μια δοκίμαζε να το σπρώξει από πίσω, την άλλη να το τραβήξει από μπρο­στά, την επόμενη επιχειρούσε να το εκτοπίσει με την πλάτη· πάλευε με χέρια και με πόδια, δαιμονιζόταν. Σαν έβλεπε να μην έχει αποτέλεσμα, επιστράτευε ταυτόχρονα χέρια, πόδια, ώμους, λεκάνη, ως και με το κεφάλι έσπρωχνε. Έβαζε τα δυνατά του όρθιος, λυγισμένος, γονατιστός, ξανά και ξανά και απ' τη λύσσα του να το πάρει μαζί του ως και να το φορτωθεί δοκίμασε. Δίχως να σκεφτεί σε τι κίνδυνο έβαζε τον εαυτό του άνοιξε τις πόρτες, χώθηκε μέσα ο μισός και άρχισε άφρονα να το ταρακουνά με σκοπό να το γείρει όλο πάνω του. Ευτυχώς που το βάρος και ο όγκος του ψυγείου δεν του το επέτρεψαν, ειδάλλως θα τον πλάκωνε και θα πήγαινε σίγουρα χαμένος.
altΚαι όμως, παρότι θα είχε αντιληφθεί πια μετά από τέτοιο παίδεμα πόσο φιλόδοξο ήταν το εγχείρημά του, δεν καταδεχόταν να το βάλει κάτω. Αντί να κλονιστεί έστω το ηθικό του έπειτα από τόσες αποτυχημένες απόπειρες ή ν' απογοητευτεί και να δεχτεί πως μάταια επιμένει, εκείνος συνέχιζε κάθε φορά με την ίδια άοκνη επιμονή κι έσπαγε το κεφάλι του να βρει λύση. Ακόμη και όταν κάποια απ' τις υπεράνθρωπες απόπειρές του τον άφηνε τόσο εξαντλημένο, που παραπατούσε σαν μεθυσμένος, αντί να καθίσει να πάρει μια ανάσα, να σταθεί λίγο ώσπου να ξαποστάσει, προτιμούσε να περιφέρεται γύρω απ' το εύρημά του, ψάχνοντας να εντοπίσει κάποια εσοχή που του είχε διαφύγει ως τότε, κανένα βολικό πιάσιμο ή λαβή που θα μπορούσε να τον διευκολύνει στην επόμενη προσπάθειά του. Και πράγματι, πού και πού σαν από θαύ­μα κατόρθωνε να το μετατοπίσει μερικά εκατοστά. Μια δυο απ' αυτές τις ασήμαντες και τόσο σπάνιες προωθήσεις πάνω στην τρα­­χιά, γεμάτη μπαλώματα άσφαλτο παρήγαγαν τους οξείς θορύβους, που τράβηξαν νωρίτερα την προσοχή του.
Μα φαίνεται πως κάθε κερδισμένος πόντος απαιτούσε τόση ενέργεια, κάθε λειψό βήμα προς τα μπρος σήμαινε τέτοιο ξεπάτωμα που, όταν δοκίμαζε να επαναλάβει το ίδιο, αποτύγχανε. Και τότε η δουλευτάρικη φιγούρα του άρχιζε πάλι να στριφογυρίζει μπας και σκαρφιστεί τίποτα καινούργιο. Με το ένα και το άλλο πάντως μέσα σε μισή ώρα κατάφερε να διασχίσει το δρόμο, μα τώρα τον περίμενε η πρόκληση του πεζοδρομίου, που στην περίπτωσή του φάνταζε ανυπέρβλητη.
Κοιτώντας από ψηλά τόση ώρα είχε προλάβει να κάνει κάμποσες υποθέσεις για το ποιο μπορεί να ήταν το σχέδιό του. Μάλλον θα σκεφτόταν πως, όσο το ψυγείο βρίσκεται κοντά στον κάδο σκου­πιδιών, παρέμενε αγαθό διεκδικούμενο και ήθελε, προκειμένου να το κατοχυρώσει, να απομακρυνθεί όσο περισσότερο γινόταν, ώσπου να έρθουν τίποτα ενισχύσεις. Έμοιαζε πιθανό, ειδικά αφότου τον είδε να τηλεφωνεί και να περιγράφει με στριγγλιές και χειρονομίες κάτι αναμφίβολα υπερβολικό, που μόνο ένα τερατώδες αντικείμενο όπως εκείνο το ψυγείο μπορούσε να είναι.
Μπορεί πάλι να ήταν πραγματικά μουρλός και να πίστευε πως μπορούσε να το φορτώσει στο, ούτως ή άλλως ακατάλληλο για την περίσταση, καροτσάκι του που τον περίμενε πάνω στο πεζοδρόμιο –δεμένο αν διέκρινε σωστά– στην τσιμεντένια κολόνα της ΔΕΗ. Γι' αυτό ίσως αγχωνόταν με ποιο τρόπο θα υπερβεί το εμπόδιο του κράσπεδου.

Παιδευόταν ακόμη να το ανεβάσει στο πεζοδρόμιο, όταν εμφανίστηκαν δύο συμπατριώτες του –το σουλούπι, τα χρώματα, τα ρούχα σ' αυτό το συμπέρασμα οδηγούσαν–, ρακοσυλλέκτες και εκείνοι, μα πιο οργανωμένοι· σ' αντίθεση με τον ακαταπόνητο συνάδελφό τους, που εκτός από το πείσμα του διέθετε όλο κι όλο τα υπολείμματα ενός δίτροχου τρόλεϊ (απ' αυτά που χρησιμοποιούν οι ηλικιωμένοι για τα ψώνια της λαϊκής), οι νεοφερμένοι, αντί να ενεργούν κατά μόνας, συγκροτούσαν κανονική ομάδα και κυρίως έσπρωχναν ένα ολοκαίνουργιο καρότσι σουπερμάρκετ. Δικαιολογημένα έμοιαζαν να τα καταφέρνουν καλύτερα· το καρότσι τους, στην κορυφή του οποίου παλάντζαρε σε κάθε ώθηση ένας ανεμιστήρας οροφής με τσαλακωμένο έλικα, ήταν γεμάτο καλώδια, σμπαραλιασμένες μικροσυσκευές, ζουληγμένα κουτάκια αναψυκτικών και ένα βουνό από τις πιο απίθανες παλιατζούρες.
Από απόσταση αναπνοής πια αυτός που προπορευόταν είπε κάτι σε έντονο ύφος στον ανθρωπάκο δείχνοντας το ψυγείο. Ανήσυχος εκείνος, γιατί προφανώς δεν είχε να κάνει με αυτούς που περίμενε, κόλλησε την πλάτη του πάνω στο μεταλλικό θηρίο για να τους δείξει πως ήταν δικό του. Οι άλλοι βρήκαν αστεία τούτη την, ομολογουμένως παιδιάστικη, αντίδραση και άρχισαν τα χαζόγελα και τα πειράγματα.
Δεν γνώριζε φυσικά τη γλώσσα τους, ωστόσο οι επιθετικές χει­ρονομίες και το απότομο ύφος τους τον έπεισαν πως οι δυο τους είχαν βάλει στο μάτι το ψυγείο και προσπαθούσαν –για την ώρα με το καλό– να πείσουν τον μικρό να τα παρατήσει, αφού έτσι και αλλιώς μόνος του δεν θα κατάφερνε να το μεταφέρει ως τον έμπορο, που θα του το πλήρωνε. Τέτοια πρέπει να του έλεγαν. Εκείνος όμως ούτε ν' ακούσει και όσο τον πλησίαζαν, τόσο σφιχτότερα γρα­πωνόταν πάνω στο πολύτιμο απόκτημά του, για να τους δώσει να καταλάβουν πως δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει έτσι εύκολα. Αλλά ούτε εκείνοι ήταν διατεθειμένοι να τα παρατήσουν αμέσως.
Δεν πρέπει να είχαν προσχεδιάσει τίποτε ούτε πρέπει να ήταν αυτή η συνήθης τακτική τους, μα απ' τη στιγμή που αντίκρισαν εκείνο το πολύτιμο σκουπίδι και διαπίστωσαν πως φυλάγεται από έναν μόνο και μάλιστα του χεριού τους, φαίνεται πως τους κυρίευ­σε η απληστία. Και έτσι, αντί να συνεχίσουν ευχαριστημένοι που θα έφταναν αυτοί πρώτοι στους επόμενους κάδους και τα καλούδια που έκρυβαν στα σωθικά τους, αποφάσισαν να πάνε κατευθείαν για τα πολλά.
Βόλεψαν το καρότσι τους ανάμεσα στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και με την αυτοπεποίθηση που δίνει η αριθμητική υπεροχή, παρέκαμψαν επιδεικτικά τον επίδοξο κάτοχο του ψυγείου και άρχισαν ανενόχλητοι να το εξετάζουν σαν να ήταν κιόλας δικό τους. Αλλά, ενώ όλα συνηγορούσαν πως όπου να 'ναι θα ξεσπούσε καβγάς –για την ακρίβεια πόλεμο κανονικό μύριζε η ατμόσφαιρα–, συνέβη το εντελώς αντίθετο. Σαν να ξέχασαν για λίγες στιγμές τις αμείλικτες προτεραιότητες που κυβερνούσαν τις ζωές τους και να ξανάγιναν αυτό που ήταν ως το μεδούλι τους, ταπεινοί άνθρωποι δηλαδή που εργάζονταν σκληρά προκειμένου να επιβιώσουν, οι τρεις τους ενώθηκαν γύρω απ' αυτή την πεταμένη υπερβολή, που συμβόλιζε την αφθονία των άλλων και υπενθύμιζε με τον πιο προκλητικό, τον πιο αμείλικτο τρόπο, τη δική τους φτώχεια.
Σαν να ήταν παλιοί καλοί φίλοι, μεταξύ των οποίων δεν υπάρχουν εκκρεμότητες ή διαφορές, σχολίαζαν χαλαρά το μέγεθος, το βάρος, επευφημούσαν τη χωρητικότητα, αντάλλασσαν ίσως εκτιμήσεις για το πόσα θα έπιανε στη μάντρα ένα τόσο σπάνιο αντικείμενο, καθόλου απίθανο ν' αναρωτιόνταν πόσο πλούσιος πρέπει να είναι κανείς για να χρειάζεται τόσο μεγάλο ψυγείο. Μπορεί πάλι να σκέφτονταν φωναχτά για το πόσα θαυμαστά πράγματα υπήρχαν σ' αυτό τον κόσμο, πράγματα που θα ήθελαν να έχουν και οι ίδιοι. Ποιος ξέρει;
Το ήρεμο αυτό κουβεντολόι κράτησε κάμποσα λεπτά, ύστερα όμως, εξίσου απρόσμενα όπως ξεκίνησε, διεκόπη και τα αίματα άναψαν πάλι. Η υπομονή σωνόταν τώρα γρηγορότερα από πριν, το δίκαιο του ισχυρού ανέκτησε τα πρωτεία και οι φοβέρες ξανάρχισαν.
Σε μια προσπάθεια ν' απαλλαχθεί από δαύτους, ο μικρός σήκωσε κεφάλι και επιχείρησε να τους απωθήσει με σπρωξιές και ξεφωνητά. Ο πιο αρχηγικός από τους άλλους δύο δεν άφησε αναπάντητη τούτη τη μικρή εξέγερση. Ύψωσε το εξάρτημα που κρατούσε στο χέρι, έναν αυτοσχέδιο γάντζο, φτιαγμένο από το στέλεχος κάποιου ρολού βαψίματος με τον οποίο συνέλεγε ό,τι τον ενδιέφερε από τους κάδους, και το ανέμισε προειδοποιητικά. Ο μικρός δεν είχε καμιά ελπίδα μαζί του και έδειξε να το ξέρει, γιατί παραμέρισε δίχως να φέρει την παραμικρή αντίσταση. Σε ανταπόδοση ο νταής δεν ασχολήθηκε άλλο μαζί του.

altΘυμήθηκε τον πατέρα του. «Δέκα φορές πιο δύσκολα απ' τον πλούτο μοιράζεται η φτώχεια», συνήθιζε να λέει σαν έπιανε καμιά απ' τις τεχνίτρες του, που αμειβόταν με το κομμάτι, να ρίχνει στο μέτρημα τις άλλες για μερικές πενταροδεκάρες.
Τα γεγονότα κάτω στο δρόμο τον δικαίωναν πανηγυρικά.
Με μετρημένες, καλά συντονισμένες κινήσεις οι δύο άρπαγες, αφού πρώτα τακτοποίησαν κάπως όσα είχαν μαζέψει μέχρι τότε, σήκωσαν το ψυγείο, το στερέωσαν κάθετα πάνω στο καρότσι τους, που παραδόξως άντεξε το βάρος, το ασφάλισαν όπως-όπως με κά­τι λάστιχα και μια τριχιά που είχαν μαζί τους και άρχισαν αργά-αργά ν' απομακρύνονται.
Του ήρθε στο μυαλό ένα ντοκιμαντέρ που είχε δει πρόσφατα για ένα σκαθάρι που ζούσε απ' τα περιττώματα μεγαλύτερων ζώων. Το εκπληκτικό εκείνο πλάσμα βούταγε στις ξένες ακαθαρσίες, έφτιαχνε μ' αυτές σβώλους –δύο, τρεις καμιά φορά και πέντε φορές βαρύτερους από το ίδιο–, τους οποίους έσπρωχνε μέχρι τη φωλιά του, που μπορούσε να είναι εκατοντάδες μέτρα μακριά. Συχνά ωστόσο, ενώ κόντευε στον προορισμό του, εμφανιζόταν κάποιο δυνατότερο σκαθάρι του είδους του, του ριχνόταν και έτσι εξαντλημένο που το έβρισκε κατάφερνε και του έπαιρνε κυριολεκτικά την μπουκιά από το στόμα. Και ο κακόμοιρος σκατοκουβαλητής έπρεπε ν' αρχίσει πάλι από την αρχή. Έτσι κι εκείνος ο κοντορεβιθούλης, αφού είχε παλέψει με όλες του τις δυνάμεις για κοντά μια ώρα και είχε πιστέψει πως θα τα κατάφερνε, έβλεπε τώρα τον κόπο του να πηγαίνει χαμένος στα χέρια εκείνων των δύο.
Διπλώθηκε ακόμη περισσότερο πάνω στο κάγκελο, για να βλέ­πει ταυτόχρονα και τους τρεις τους, τώρα που η μεταξύ τους απόσταση όσο πήγαινε και μεγάλωνε. Κάτι μέσα του τού έλεγε πως τούτο το αντάμωμα δεν είχε τελειώσει ακόμη. Και πράγματι, ο μικρός δεν άντεξε την αδικία, τους πήρε στο κατόπι, πέρασε μπρο­στά, τους έκλεισε το δρόμο και άρχισε οριζοντιωμένος σχεδόν να κοντράρει το καρότσι τους. Ο άντρας που τον απείλησε νωρίτερα δεν έδειξε την ίδια αυτοσυγκράτηση αυτή τη φορά. Τον πλησίασε και χωρίς να διστάσει του έριξε μια με το τσιγκέλι του. Ο μικρός ίσα που πρόλαβε να πιάσει το κεφάλι του και σωριάστηκε στην άσφαλτο.


Feedzilla: Europe News

BBC News - Politics

Harvard Magazine email Archive Feed

ΤΥΠΟΣ

« »

EMSC - Last 50 earthquakes worldwide