Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

Η Βικτώρια δεν υπάρχει


alt

Του Κώστα Αγοραστού
Τρένο με κατεύθυνση προς την Αθήνα. Νυχτερινό δρομολόγιο. Δυο άγνωστοι επιβάτες. Ένας χειμαρρώδης μονόλογος. Μια επικίνδυνη σιωπή. Ο πρωτοεμφανιζόμενος Γιάννης Τσίρμπας, με τη νουβέλα του Η Βικτώρια δεν υπάρχει, επιχειρεί να σκιαγραφήσει το πορτρέτο ενός μέσου κατοίκου της πλατείας Βικτωρίας, ο οποίος θεωρεί ότι έχει πληγεί από την αθρόα συγκέντρωση μεταναστών στην περιοχή. Συνταξιδιώτης του ένας κάτοικος των βορείων προαστίων. Τον ακούει έκπληκτος κα, στιγμές στιγμές, βαριεστημένος.

«Σαν να κοιμήθηκα ένα βράδυ και να μην ήταν εκεί και να ξύπνησα το πρωί σε αυτό το χαμό, ρε φίλε».
Όλα τον ενοχλούν και αποφασίζει να δράσει.
Με λόγο τραχύ και παραληρηματικό ο ήρωας του Τσίρμπα αφηγείται περιστατικά από τη ζωή στην πλατεία Βικτωρίας τόσο από τη σημερινή εποχή όσο και από την παιδική του ηλικία. Μένει ακόμα με τους γέρους του και είναι φοβικός απέναντι σε κάθε τι ξένο που έχει αλλοιώσει την περιοχή τα τελευταία χρόνια. Η πλατεία σκιαγραφείται σχεδόν εξιδανικευμένη στο παρελθόν, ενώ σήμερα όλα έχουν αλλάξει προς το χειρότερο. Μετανάστες, δυσωδία, βία στο δρόμο μεταξύ των συμμοριών, μικροπωλητές στα πεζοδρόμια, βαριές μυρωδιές στους φωταγωγούς των πολυκατοικιών. Όλα τον ενοχλούν και αποφασίζει να δράσει. Να βάλει σε τάξη αυτό το χάος που επικρατεί. Η λύση είναι απλή: Μια σακούλα με φαγητό κρεμασμένη δίπλα στους κάδους των απορριμμάτων. «Φτιάχνουμε ψωμάκι, βάζουμε μέσα το φαρμακάκι, το βάζουμε στο σακουλάκι, το δένουμε στον κάδο σαν καλοί άνθρωποι, το παίρνει το Πακιστανάκι, τέζα το Πακιστανάκι. Κατάλαβες;». Ρατσισμός, μίσος, αποκτήνωση.
Ο συνταξιδιώτης του μένει έκπληκτος και άναυδος. Κοιτάζει με απορία γύρω του στο βαγόνι, μήπως και κάποιος άλλος άκουσε όλα αυτά τα εξωφρενικά, αλλά δε βρίσκει ανταπόκριση. Όλα αυτά τού είναι ξένα. Πρέπει να τα δει στα δελτία ειδήσεων για να τα πιστέψει. Στρέφεται στην οθόνη του έξυπνου κινητού του. Αμηχανία, δειλία και μαζί συνενοχή. Στο τέλος του ταξιδιού τους θα διασχίσει την πραγματικότητα του Σταθμού Λαρίσης («Ήδη όσα άκουγα τόσες ώρες στο τρένο μου φαίνονται σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Υποχωρούν υπό την επήρεια της πραγματικότητας. Της πραγματικής πραγματικότητας») και θα αναχωρήσει για τα βόρεια προάστια χαμένος στις σκέψεις του και το μικρόκοσμό του.
Αδεια καρέκλα δεν υπάρχει. Πάντα κάποιον πρέπει να σηκώσεις...
Καταδεικνύει την αμηχανία κάποιων και την απάθεια άλλων.
Παράλληλα με την κεντρική ιστορία ο Τσίρμπας επιλέγει να θέσει εμβόλιμα και πέντε διηγήματα, στα οποία η πλατεία απότελεί driving character. Έναν κοινό τόπο, όπου συγκεντρώνονται κάθε λογής ξένοι και αποσυνάγωγοι. Ένας πρώην μάγκας, στα χρόνια της δικτατορίας και νυν χαφιές, ένας ζητιάνος της πλατείας, ένας φυλακισμένος που ονειρεύεται να επιστρέψει, ένας εσωτερικός μετανάστης, μια γυναίκα που κακοποιείται από τον άντρα της. Τα εν λόγω διηγήματα, αν και αξιόλογα, έχουν μια χαλαρή και εν μέρει προσχηματική σύνδεση με την κεντρική ιστορία, για να προκύψει η νουβέλα. Μια νουβέλα που θα μπορούσε να είναι και συλλογή διηγημάτων, αν η παράθεση ήταν γραμμική.
Όπως και να έχει, η δυναμική του κειμένου είναι ισχυρή και ο λόγος του Τσίρμπα δουλεμένος και ακριβής. Η πλατεία Βικτωρίας, παρούσα σε όλες τις ιστορίες, καταδεικνύει την αμηχανία κάποιων καθώς και την απάθεια ορισμένων άλλων, απέναντι στο υπαρκτό πρόβλημα. Και το πρόβλημα δεν είναι οι άλλοι. Το μικρό αυτό βιβλίο του Γιάννη Τσίρμπα συνιστά σημαντικό κοινωνιολογικό και ανθρωπολογικό σχόλιο στην πραγματικότητα της σύγχρονης μεγαλούπολης, υπερβαίνοντας τα όρια του χρονικογραφήματος και καθίσταται ένα δυνατό πεζογραφικό κείμενο με υποσχέσεις για το λογοτεχνικό μέλλον του συγγραφέα.
 ΚΩΣΤΑΣ ΑΓΟΡΑΣΤΟΣ
altΗ Βικτώρια δεν υπάρχει
Γιάννης Τσίρμπας
Νεφέλη 2013
Σελ. 61, τιμή € 7,30







Feedzilla: Europe News

BBC News - Politics

Harvard Magazine email Archive Feed

ΤΥΠΟΣ

« »

EMSC - Last 50 earthquakes worldwide