Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Αστερισμός ζωτικών φαινομένων


war-chechen-woman-child


Του Νίκου Ξένιου
Οι χαρακτήρες του Άντονι Μάρα διατηρούν το ένα τους πόδι στην ιστορική πραγματικότητα, χωρίς να χάνουν τον μυθιστορηματικό τους χαρακτήρα. Στον Αστερισμό Ζωτικών Φαινομένων[1], που αναφέρεται στον πόλεμο της Τσετσενίας, ο νεαρός συγγραφέας παρουσιάζει τις αλληλοδιαπλεκόμενες ζωές της Χαβάα, μιας τσετσενής χωριατοπούλας, του Άχμεντ, ενός γιατρού από το ίδιο χωριό που τη φροντίζει όταν ο πατέρας της απάγεται, βασανίζεται και σκοτώνεται, και της Σόνια, μιας χειρουργού που εργάζεται στο νοσοκομείο της κοντινής πόλης.
Αυτούς πλαισιώνουν συμμετρικά τρεις δευτερεύοντες χαρακτήρες, ο Χασάν, ο Ραμζάν και η Νατάσα. Η αληθοφάνεια αυτού του μυθιστορήματος έρχεται να επισκιάσει τις λογοτεχνικές του αρετές, γιατί είναι δύσκολο ο αναγνώστης ν’ αποστασιοποιηθεί από το θέμα των βασανιστηρίων του πολέμου και ν’ αντικρύσει το αισθητικό γεγονός του κειμένου από μόνο του. Το βιβλίο, αριστοτεχνικά μεταφρασμένο από τον Αχιλλέα Κυριακίδη, μάς κάνει να κοκκινίζουμε με την άγνοιά μας για την κακουργία που λαμβάνει χώρα στον πλανήτη, με την αναλγησία μας απέναντι σε όσα τεκταίνονται τόσο κοντά. Πολύ δε περισσότερο το αίμα ανεβαίνει στο κεφάλι όταν συνειδητοποιούμε πως βασίζεται σε αληθινές μαρτυρίες, σε αληθινές διηγήσεις ανθρώπων που έζησαν αυτόν τον πόλεμο, καθώς μια ευρύτατη μελέτη της σχετικής βιβλιογραφίας έχει προηγηθεί της σύνθεσής του, που αναγκαστικά άλλαξε και συμπληρώθηκε πολλές φορές πριν το οριστικό κείμενο βγει στη δημοσιότητα. Υπάρχει αναφορά στο όψιμο έργο του Τολστόι «Χατζή Μουράτ»[2], όπως και στον Πούσκιν και στον Λέρμοντοφ. Ο συγγραφέας, που στο έργο του συνυφαίνει μια βιβλική και μια κορανική ιστορία, ομολογεί, σε συνέντευξή του στο «New Yorker», τις επιρροές του από τους Ντέιβιντ Μπέντζοφ, Μάριο Βάργκας Γιόσα, Χοσέ Σαραμάνγκου, Έντουαρντ Όμπιν, Ντέξτερ Φίλκινς, Τόμας Κένιλι και Τόμας Πίντσον.
Ζωγραφίζοντας με τις στάκτες καμμένων σπιτιών
 Η Χαβάα είναι ένα διαφορετικό, πρόωρα ωριμασμένο παιδί, που τα μάτια του καταγράφουν τη φρίκη του πολέμου και τη μεταπλάθουν σε παιχνίδι και ποίηση.
Στο βιβλίο εκτυλίσσονται οι ιστορίες κάποιων απλών Τσετσενών που προσπαθούν να μην βρεθούν στον δρόμο των Ρώσων, από τη μια, και η θλιβερή πραγματικότητα του τρισάθλιου, αυτοσχέδιου νοσοκομείου όπου λαμβάνουν χώρα οι απεγνωσμένες προσπάθειες δύο γιατρών να κρύψουν τη μικρή Χαβάα, από την άλλη. Η Χαβάα είναι ένα διαφορετικό, πρόωρα ωριμασμένο παιδί, που τα μάτια του καταγράφουν τη φρίκη του πολέμου και τη μεταπλάθουν σε παιχνίδι και ποίηση. Παρά το γεγονός ότι η οπτική γωνία της καλύπτει μόνο ένα κεφάλαιο του βιβλίου, συνιστά τον άξονα γύρω από τον οποίο οργανώνεται όλο το έργο, δηλαδή το πρόσωπο του οποίου ο εντοπισμός, η διάσωση ή η διαφύλαξη είναι κύριο μέλημα των υπόλοιπων χαρακτήρων. Η συνάντηση του αναγνώστη με το κορίτσι που «ξύπνησε από τα όνειρά της με τις θαλασσινές ανεμώνες» για να βρεθεί στο εφιαλτικό πολεμικό σκηνικό και στην ερήμωση της οικογενειακής της εστίας, από μόνη της παράγει το σοκ.
Οι δύο ήρωες που την πλαισιώνουν είναι γιατροί που παλεύουν να διατηρήσουν λειτουργικό ένα νοσοκομείο μέσα στη δίνη του πολέμου: η Σόνια, μια Ρωσίδα αφοσιωμένη στην καριέρα της που αντιμετωπίζει τον ανθρώπινο πόνο με ηρωϊνη, γιατί η μορφίνη είναι δυσεύρετη και ο Άχμεντ, ένας πρώην φοιτητής Καλών Τεχνών που μετά βίας έχει περάσει τις εξετάσεις του της Ιατρικής και τώρα αναγκάζεται να πιάσει το πριόνι για να κόψει ένα πόδι. Κατά την πρώτη εισβολή των Ρώσων σκιτσάρει πρόσωπα αγνοουμένων για να παρηγορήσει τις μανάδες τους και τώρα βρίσκεται να ράβει τραύματα με οδοντικό νήμα. Τα πορτραίτα αγνοούμενων ή νεκρών Τσετσενών στοιχειώνουν την εικονοπλασία του βιβλίου, μετατρέπονται σε τοτέμ, σε σκιάχτρα, σε φανταστικούς συνομιλητές. Τα φάρμακα διατίθενται στο νοσοκομείο μόνο μέσω της μαύρης αγοράς. Στρατιώτες βρίσκονται διεσπαρμένοι παντού στους δρόμους και οι νάρκες περιμένουν σε κάθε τους βήμα, ενώ η φωνή του ιμάμη ψέλνει: «Λα ιλλάχ ιλλαλλάχ, λα ιλλάχ ιλλαλλάχ». Η σκληρότητα, η κακουργία, η προδοσία, η ηθική του καταδότη, ο οπορτουνισμός, αλλά και η επινοητικότητα, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, η ανωτερότητα ήθους, είναι το δίπολο στο οποίο κινείται η ιστορία. Μια ιστορία που μιλά για την καταγωγή μας: «Νομίζεις ότι η πατρότητα έχει καμιά σημασία; Όχι, πατέρα, όχι. Είμαστε τα παιδιά λύκων»[3].
chechnyaΟργάνωση, ανάπτυξη, προσαρμογή
Στα είκοσι οκτώ του ο Μάρα ταξίδεψε στον Καύκασο και ανανέωσε το ενδιαφέρον του για την περίπτωση της Τσετσενίας, με αφορμή τη δολοφονία της Άννα Πολιτκόφσκαγια, μιας δημοσιογράφου που είχε αποκαλύψει τις σοβιετικές αγριότητες στον συγκεκριμένο πόλεμο. Ο κεντρικός χρόνος αφήγησης είναι πέντε μέρες του 2004, κατά τη διάρκεια του δεύτερου πολέμου της Τσετσενίας, ενώ υπάρχουν συνεχείς αναδρομές στη γραμμή του χρόνου: το 1994, δέκα χρόνια πριν, στη διάρκεια του πρώτου πολέμου, καθώς και προδρομικές αφηγήσεις, μια δεκαετία μετά. Οιι λεπτομέρειες της πλοκής αναβοσβήνουν σαν πραγματικός «αστερισμός» από εικόνες, που στην ουσία περιγράφουν τις φάσεις διατήρησης της ζωής ενώ όλα γύρω καθιερώνουν τον θάνατο. Με παροντικό χρόνο αφήγησης τη χρονική περίοδο αυτών των πέντε ημερών (που είναι και τα πέντε μέρη του βιβλίου), ο συγγραφέας πρέπει να δώσει πλήρη εικόνα των χαρακτήρων, καθώς και των δύο φάσεων ενός πολέμου που χρονικά απέχουν μεταξύ τους μια δεκαετία. Έτσι, δεν τηρεί γραμμική χρονολογική σειρά, κι αυτό θα πρέπει να υπήρξε το μεγαλύτερό του στοίχημα[4]
Ο Μάρα αντικρύζει το φαινόμενο του πολέμου σαν μιαν υποπερίπτωση παιδικού τραύματος: «Θυμάμαι ότι ο πατέρας σου ήθελε να σου μάθει να διαβάζεις και να γράφεις, αλλά δεν μπορούσε ν’αποφασίσει αν θα σου δίδασκε το κυριλλικό αλφάβητο (που θα ίσχυε αν νικούσαν οι Ρώσοι) ή το λατινικό (αν νικούσαν οι αντάρτες), οπότε σου δίδαξε το αραβικό.[5]» Η ειθισμένη αντίληψη του παιδικού παιχνιδιού αποβάλλει οριστικά την αθωότητά της σε αυτό το βιβλίο, για να δώσει τη θέση της σε μια παγερή, εννοιολογικά στιγματισμένη και συναισθηματικά αποστειρωμένη διάδοχο εκδοχή του πένθους. Όμως το πένθος ενός ακόμη μαρτυρικού έθνους δεν στερείται ανδραγαθίας και αρετής. Με τη διαφορά πως στο βιβλίο του Μάρα το βίωμα του ηρωϊσμού αναδύεται ως συμπτωματολογικό και μόνον, ως απόρροια του πολέμου, όχι ως γνώρισμα χαρακτήρα[6]. Από το έργο απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά το σχόλιο, η προσωπική τοποθέτηση: είναι ευνόητο πως μπορεί κανείς να συναγάγει μιαν εικόνα της οπτικής γωνίας του συγγραφέα, όμως αυτό ολοφάνερα δεν εμπίπτει στις προθέσεις του.
Αφήγηση πρωτότυπη και συνεκτική
Ο Άχμεντ θα μεταφέρει το ορφανό κορίτσι στα κάπως πιο ασφαλή χωρικά ύδατα του κοντινού νοσοκομείου και θα το εμπιστευθεί στα χέρια της φίλης του Σόνια, η οποία έχει εγκαταλείψει τη Βρετανία για να φροντίσει τους τσετσενούς συμπατριώτες της και ν’ αναζητήσει την αδελφή της, πίσω στην πατρίδα. Δεν έχει όμως μόνο η μικρή Χαβάα στερηθεί τον πατέρα της. Κάθε ήρωας του βιβλίου πάσχει από ένα αθεράπευτο συναίσθημα απώλειας. Ο Χασάν Γκεσίλοφ, πατέρας ενός νεαρού πληροφοριοδότη που υποκύπτει στα βασανιστήρια, θα περάσει όλη του τη ζωή γράφοντας ένα εκατομμύριο λέξεις για την ιστορία της Τσετσενίας, μιας χώρας που έζησε κάτω από ξένους ζυγούς ήδη από τον 15ον αιώνα. Η Νατάσα, η αδελφή της Σόνια, αφού περιπλανηθεί, αφού πουλήσει το κορμί της, αφού διαβάσει τον πρώτο τόμο της έκδοσης της Ιστορίας του Χασάν, που αναφέρεται στις απανωτές επιδρομές των Σκυθών, των Ελλήνων, των Ρωμαίων, των Γότθων της Βαλτικής, των Ούννων, των Αβάρων, των Χαζάρων, των Τσερκέζων, των Μογγόλων και, τελειωτικά, των Ρώσων, θα δολοφονηθεί. Οι χαρακτήρες του Μάρα που συνεχίζουν να ζουν, μοναδικό λόγο ύπαρξης έχουν το να ακούν ιστορίες που τις διηγούνται άλλοι, σαν να προσπαθούν ν’ ανασυνθέσουν τις μνήμες από μια χώρα που από το στερέωμα της Ιστορίας πέρασε θραυσματικά.
Σε συνέντευξή του ο συγγραφέας λέει πως ήξερε εξαρχής ότι το πρωτόλειο -περί θρησκευτικής και πολιτικής βίας- μυθιστόρημα που είχε αρχίσει να γράφει, με ρυθμό 250 λέξεων τη μέρα, όταν ήταν ακόμη φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνια, «δεν θα έβλεπε ποτέ το φως της ημέρας!». Αυτό που στάθηκε καθοριστικής σημασίας ερέθισμα ήταν η επίσκεψή του σε ένα μουσείο αφιερωμένο στη μνήμη του Τολστόι[7]: ο ιδιοκτήτης του το διατηρούσε ως προπύργιο διαφύλαξης κάποιων αφηγηματικών ποιοτήτων που ούτε οι Ρώσοι ούτε οι Τσετσενοί θα ήσαν σε θέση να εκτιμήσουν.
Ίσως από αυτές τις εικόνες γεννήθηκε η εντυπωσιακή σκηνή με τον οδηγό λεωφορείου που φωνάζει: «Εδώ το εισιτήριο για την Κόλαση!».
Έφτασε, λοιπόν, στην Αγία Πετρούπολη δυο μήνες μετά τη δολοφονία της Άννας Πολιτκόβσκαγια[8]. Έζησε με μια γριά γυναίκα και τα ενήλικα παιδιά της σε ένα διαμέρισμα πολύ κοντά στη στρατιωτική σχολή, από το παράθυρο του οποίου μπορούσε να δει τις παρελάσεις και τα γυμνάσια δεκαεξάχρονων παιδιών, όπως και τα πολεμοχαρή παιχνίδια ανήλικων αγοριών. Μπορούσε, επίσης, να διακρίνει τραυματίες πολέμου, ανθρώπους που είχαν χάσει κάποιο μέλος από κάποιαν οβίδα. Όλες αυτές ήσαν πρωτόγνωρες και σοκαριστικές εικόνες για τον νεαρό συγγραφέα, που η ποιητική του φαντασία οργίασε. Ίσως από αυτές τις εικόνες γεννήθηκε η εντυπωσιακή σκηνή με τον οδηγό λεωφορείου που φωνάζει: «Εδώ το εισιτήριο για την Κόλαση!». Ενώ βρισκόταν ακόμη στην Τσετσενία ο Μάρα ανακάλυψε ότι είχε κάνει ένα πραγματολογικό λάθος στο βιβλίο[9]: «Η πρώτη σκαλωσιά που ανέφερα στο κείμενο δεν είχε εγκατασταθεί πριν το 2007, όταν το συγκεκριμένο σημείο έγινε τουριστική ατραξιόν. Έτσι, θα έπρεπε να περικόψω κάποια σκηνή με τη σκαλωσιά στο πρώτο σχεδίασμα του βιβλίου»[10]. Τότε συνειδητοποίησε ότι η γνώση του των πραγμάτων στην Τσετσενία δεν έπρεπε να περιοριστεί στις πληροφορίες που είχε αντλήσει από τα διαβάσματά του και επεξέτεινε το υλικό του σε μαρτυρίες των ίδιων των Τσετσενών και σε επιτόπια επισκόπηση των τόπων που θα ανέφερε. Και έγραψε έναν ύμνο για τους επιγόνους που θα υμνεί τη συνύπαρξη, στον πόλεμο, της κακουργίας, της προδοσίας και της κτηνωδίας, με την ανθρωπιά, την ελπίδα και την αγκίστρωση στη ζωή[11].
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΑΣΑΝ ΓΚΕΣΙΛΟΦ:
«Το 1956, τρία χρόνια μετά από το θάνατο του Στάλιν, η τσετσενική εθνικότητα αποκαταστάθηκε με την τζίφρα ενός μακρινού γραφειοκράτη. Το βραδάκι που έφτασαν τα πρώτα τρένα για να τους παραλάβουν, ο Χασάν ακολούθησε τον μισοσκότεινο πέτρινο δρόμο για το μισοσκότεινο πέτρινο νεκροταφείο, κουβαλώντας ένα φτυάρι και την καφετιά βαλίτσα που είχαν φέρει οι γονείς του πριν από δώδεκα χρόνια. Το έδαφος ήταν σκληρό και στεγνό, κι έσκαψε αρκετές ώρες ώσπου να τους βρει. Μέσα απ’ το χώμα, ένα δάχτυλο της μητέρας του τον έδειχνε. Το σάβανο είχε αντικαταστήσει το δέρμα τους. Δεν ήταν τόσο βαρείς όσο φοβόταν, αλλά οι μύες τους ήταν σκληροί και ξεραμένοι. Τους σταύρωσε τα χέρια και τους τράβηξε τα πόδια μέχρι που έσπασαν οι τένοντες - προσπάθησε να είναι όσο μπορούσε πιο σεβαστικός. Τους συσκεύασε απαλά μέσα στην ξεθωριασμένη βαλίτσα (...) Δεν ήταν μόνος. Εκατοντάδες άλλοι είχαν έρθει να σηκώσουν και να επιστρέψουν τους νεκρούς τους, και η σκόνη κοκκίνιζε τη νύχτα.» 
anthony-marra[1] Ορισμός της έννοιας «ζωή» σε ένα ρωσικό ιατρικό λεξικό. O Αστερισμός Ζωτικών Φαινομένων κέρδισε το Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα Whiting Writer’s του 2012, βραβείο που έχει απονεμηθεί, μεταξύ άλλων, στον Nτέιβιντ Φόστερ Ουάλας και στον Τζέφρεϊ Ευγενίδη.
[2] Ιστορία ενός άβαρου αυτονομιστή αντάρτη που συντάχθηκε με τους Ρώσους για να σώσει την οικογένειά του, στον 18ο αιώνα.
[3] Αστερισμός ζωτικών φαινομένων, εκδόσεις «Ίκαρος», 2013, σελίδα 365.
[4] I ended up writing four or five full drafts of the book. Each time I would go back and start from page one. The story changed here and there, but really the drafts were a way of trying to find the right voice. Tonally, the first drafts were much more serious, I think, than the final one, with fewer high points and humor. (από συνέντευξη τουσυγγραφέα στο “New Yorker”).
[5] Αστερισμός ζωτικών φαινομένων, εκδόσεις «Ίκαρος», 2013, σελίδα 171.
[6] Charles Mc Grath, Seeing Chechnya's Wonders, Long Before Getting There, New York Times, May 29, 2013.
[7] «Ο Τολστόι ήταν εδώ πριν από διακόσια χρόνια», είπε ο Άχμεντ. «Υπήρχε πόλεμος και τότε. Έγραψε ένα μυθιστόρημα σχετικά.» (Αστερισμός ζωτικών φαινομένων, εκδόσεις «Ίκαρος», 2013, σελίδα 261)
[8] Η Πολιτκόβσκαγια είναι η συγγραφέας του ντοκουμέντου A Small Corner of Hell.
[9] Αυτό συνέβη λίγο μετά την έκδοση του μυθιστορήματος από τις εκδόσεις «Hogarth».
[10] Anthony Marra, Transcending Hardships By Saving Others In 'Constellation', NPR Books.
[11] Brendan Dowling, Hearing the Echoes the Book Had Created: A Conversation with Anthony Marra, "Public Libraries on line", November 11, 2013

altΑστερισμός ζωτικών φαινομένων
Anthony Marra
Μτφρ: Αχιλλέας Κυριακίδης
Ίκαρος 2013
Σελ. 486, τιμή € 16,90






Feedzilla: Europe News

BBC News - Politics

Harvard Magazine email Archive Feed

ΤΥΠΟΣ

« »

EMSC - Last 50 earthquakes worldwide