Δευτέρα, 24 Μαρτίου 2014

Πίστη και Ποίηση



Ἄγγελος Καλογερόπουλος  

Ὀφείλω νὰ ξεκινήσω ἀπὸ μιὰ προσωπικὴ ἐμπειρία. Ἀνήκω στοὺς ἀνθρώπους ποὺ δοκιμάζουν τὶς δυνατότητές τους στὴν ποίηση καὶ ἀπὸ πολὺ νωρὶς ἀντιμετώπισα τὴν «κατηγορία» ὅτι –κακῶς- χρησιμοποιῶ συχνὰ στὰ ποιήματά μου τὸν Χριστό, τὴν Παναγία, τὸν Θεὸ ἢ λέξεις καὶ ἐκφράσεις συνηθισμένες στὸ ἐκκλησιαστικὸ λεξιλόγιο. Κάθε «χριστιανικότητα», ἔλεγε ἡ πλευρά, πρέπει νὰ «σημαίνεται» κι ὄχι νὰ «λέγεται», νὰ ἐννοεῖται καὶ νὰ μὴ δηλώνεται. Κι αὐτὸ προβαλλόταν ὡς ἕνας κανόνας ποιητικῆς, χωρὶς νὰ ὑπάρχει οὐσιαστικὴ ἀντίρρηση ἐπὶ τοῦ περιεχομένου. Ἀπὸ τὴν ἄλλη κι ἐγὼ πολλὲς φορὲς αἰσθάνθηκα ἀμἠχανα ἀπέναντι σὲ ποιήματα τὰ ὁποῖα προέβαλλαν τὴν πίστη ἢ διακρίνονταν ἀπὸ τὴν ἔντονη χριστιανικὴ θεματολογία τους, ἀλλὰ μὲ ἄφηναν ἀδιάφορο ὡς ποιήματα. Ξεκινῶ, ἑπομένως, κάπως ἀνορθόδοξα ἀρχίζοντας ἀπὸ τὸ συμπέρασμα: στὴν ποίηση τίποτα δὲν ἐπιτρέπεται καὶ τίποτα δὲν ἀπαγορεύεται ἐκ τῶν προτέρων˙ ἡ ποιηση κρίνεται ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐκ του ἀποτελέσματος˙ ὅπως καὶ ἡ πίστη. Ἀλλὰ ἡ ποίηση καὶ ἡ πίστη συχνὰ ἐκπλήσσουν. Ἤ, μᾶλλον, τότε μόνο εἶναι ἀληθινές, ὅταν μᾶς ἐκπλήσσουν.
Ἐξ ἄλλου ἡ ποίηση θεολογεῖ -μὲ τὸν δικό της τρόπο- ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Ὁμήρου, ἐνῶ χριστιανικὴ ποίηση ἔχουμε ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ -καὶ πρὶν ἀπ’αὐτὸν- μέχρι τὸν Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο, ἀπὸ τὸν Δάντη μέχρι τὸν Ἔλιοτ, ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸν Σολωμὸ μέχρι τὸν Σαραντάρη. Ὅπως βεβαίως ἔχουμε καὶ σπουδαία ἐκκλησιαστικὴ ποίηση εἴτε μὲ τὸν Ρωμανὸ εἴτε μὲ τὸν Κοσμᾶ καὶ ἄλλους σπουδαίους ὑμνογράφους. Τὸ ἐρώτημα ἑπομένως ποὺ θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ δὲν μπορεῖ σὲ καμιὰ περίπτωση νὰ εἶναι ἡ πίστη καὶ ἡ ποίηση σχετίζονται, ἀλλὰ τί ἀκριβῶς ἐννοοῦμε ὅταν μιλᾶμε γιὰ χριστιανικὴ ποιηση ἤ γιὰ ἐκκλησιαστικὴ ποίηση. Κυρίως, ὅμως, ἂν ἡ σχέση πίστης και ποίησης, κι αὐτὸ εἶναι τὸ κυριότερο, ἐξαντλεῖται μέσα στὰ ὅρια αὐτοῦ ποὺ ὀνομάζουμε χριστιανικὴ ποίηση.
Κατ’ἀρχὰς θὰ ἀφήσω ἀπ’ἔξω τὰ ἱερὰ κείμενα τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τὰ ἐντάξει ὑπὸ τὴν εὐρεία ἔννοια στὴ σφαίρα τῆς λογοτεχνίας. Ὑπὸ τὸν ὅρο χριστιανικὴ ποίηση ἐννοοῦμε -γιὰ νὰ διευκολύνουμε τὴ συνεννόηση- ποιήματα ποὺ ἐκφράζουν τὴν πίστη , ποὺ τὸ θέμα τους εἶναι χριστιανικὸ -καὶ δὲν χρειάζεται αὐτὸ νὰ τὸ ἐξηγήσουμε περαιτέρω- ἀλλὰ πού, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ ἀντιμετώπιση ἔχει ἕναν περισσότερο ὑποκειμενικὸ χαρακτήρα, δὲν ἐντάσσονται στὸν ὑμνογραφικὸ καὶ λειτουργικὸ κύκλο τῆς ἐκκλησίας. Ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες τοῦ χριστιανισμοῦ εἴχαμε τέτοια ποιήματα -ἄλλα καλά, ἄλλα κακὰ ἢ μέτρια- ποὺ εἶχαν σκοπό τους νὰ τέρψουν, νὰ διδάξουν ἢ νὰ δώσουν καὶ μέσω τῆς ποίησης τὴ δική τους μαρτυρία. Τέτοια ποιήματα γράφτηκαν ἢ γράφονται καὶ στὶς μέρες μας. Βεβαίως ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Ἀναγέννησης –καὶ γιὰ τὰ καθ’ἡμᾶς, θὰ λέγαμε, ἀπὸ τὴν Θυσία τοῦ Ἀβραὰμ- ἡ ποίηση καὶ γενικότερα ἡ λογοτεχνία ἐκκοσμικεύεται μὲ ἀποτέλεσμα ἄλλες φορὲς ὑποκριτικὰ κι ἄλλες φορὲς οὐσιαστικὰ νὰ τίθενται ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς τέχνης ἢ νὰ ἀντιμετωπίζονται μὲ καχυποψία σκοποὶ πέραν τῶν ὁρίων τῆς Αἰσθητικῆς. Ὡστόσο, ἕνας εἰλικρινὴς ἄνθρωπος ὅπου καὶ νὰ κατατάσσει τὸν ἑαυτό του ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ Αἰσθητικὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀποτελέσει αὐταξία καὶ γι’αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἀπορρίψει μεγέθη ὅπως αὐτὰ τοῦ Ρωμανοῦ ἢ του Κάλβου ποὺ ἔγραψαν ἀποκλειστικὰ γιὰ νὰ ὑπηρετήσουν ἕναν σκοπό. Ἀντιτάσσει κανεὶς φυσικὰ τὸ λογικὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἐκτιμοῦμε τὸν Ρωμανὸ ἢ τὸν Κάλβο ὄχι γιὰ τὸν σκοπὸ ποὺ ὑπηρέτησαν ἀλλὰ γιὰ τὸ ποιητικὸ ἀποτέλεσμα στὸ ὁποῖο ὁδηγήθηκαν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι μὲ δυσκολία θὰ μποροῦσε ὁποιοσδήποτε νὰ ἀποσυνδέσει τὸ σπουδαῖο ταλέντο τους ἀπὸ τὸν σκοπό τους διότι κανεὶς δὲν θὰ τοὺς ἐμπόδιζε παράλληλα μὲ τὸ «στρατευμένο» ἔργο τους νὰ γράψουν καὶ γιὰ ἄλλα πράγματα. Ἀλλὰ αὐτοὶ ἔγραψαν ἀποκλειστικὰ καὶ μόνον γι’αὐτὰ ποὺ τοὺς ἔκαιγαν. Καὶ τοὺς ἔκαιγαν τόσο πολὺ ὥστε νὰ ὁδηγήσουν τὸ ταλέντο τους στὰ ἄκρα.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη, βεβαίως, πρέπει νὰ τονίσουμε ὅτι ἡ ὁποιαδήποτε ἐπίκληση στὴν πίστη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σώσει μιὰ δημιουργία. Εἶναι περίπου ὅπως καὶ στὴ ζωή. Κανένα κήρυγμα δὲν μεταδίδει τὴν ἀγάπη, ἂν αὐτὴ δὲν ἔχει ἀλλοιώσει τὴν καρδιά μας. Πολλὲς φορὲς λέμε σωστὰ πράγματα καὶ ἀποροῦμε ποὺ οἱ ἄλλοι δὲ μᾶς παραδέχονται. Καὶ βγαίνει κάποιος, λέει περίπου τα ἴδια καὶ ὅλοι τὸν ἀκοῦν. Κι ἐμεῖς ἀποροῦμε. Μὰ τὸν ἀκοῦνε ἐπειδὴ τα δικά του λόγια εἶναι ἐμποτισμένα μὲ τὴν ἀγάπη ἐνῶ τα δικά μας εἶναι γράμματα κενά. Ἔτσι συμβαίνει καὶ μὲ τα ποιήματα. Ἂν ἀναλύσεις δυὸ ποιήματα μπορεῖ νὰ λένε τὸ ἴδιο πράγμα μέσες ἄκρες. Ὁ τρόπος ποὺ τὸ λένε διαφέρει. Διότι διαφέρει ἡ ἀγάπη ποὺ ξεχειλίζει ἀπὸ τὸ βίωμά τους. Κι ἐκεῖ βρίσκεται ἡ ἀξία. Διότι ξαφνικὰ τὸ ἴδιο πράγμα ἀκούγεται ἀλλιῶς, καὶ λές, δὲν μπορεῖ θὰ εἶναι καὶ κάτι παραπάνω, κι αὐτὸ τὸ κάτι παραπάνω, τὸ ὅλο καὶ κάτι παραπάνω σὲ ὁδηγεῖ στὰ ἔσχατα.
Δηλαδὴ ὅτι ἡ ποίηση ἔρχεται ἀπὸ τὸ μέλλον, ὅπως καὶ ἡ παράδοση. Διότι ὁ Γρηγόριος ἢ ὁ Ρωμανὸς ἢ ὁ Συμεὼν δὲν ἔχουν νόημα ὡς ἱστορικὲς πραγματώσεις. Ἂν θέλουμε νὰ  ἐπιστρέψουμε ἐκεῖ ποὺ ἔζησαν, σὲ ἕνα ἰδανικὸ παρελθόν, χαθήκαμε. Μᾶς ἐνδιαφέρουν διότι ἐπιστρέφουν ἀπὸ τα μέλλοντα. Ἀπὸ τα ἔσχατα ποὺ ἤδη ζοῦν.
Αὐτὴ ἡ ποίηση τοῦ μέλλοντος εἶναι πάντοτε μιὰ ἐκκλησιαστικὴ καὶ χριστιανικὴ ποίηση. Κι ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔρχεται ἀπὸ τα ἔσχατα μᾶς ἐπιφυλάσσει ἐκπλήξεις. Οἱ ἄνθρωποι -καὶ μεταξύ τους καὶ οἱ ποιητές- δὲν κρίνονται ἀπὸ τὸ «Κύριε, Κύριε», ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐσώτερη ἀλήθεια ποὺ βιώνουν. Κι αὐτὴ ἡ ἀλήθεια ἀντιπαθεῖ τὴ ρητορεία καὶ τα προσχήματα. Βιώνεται μὲ τρόπο ἐκκλησιαστικὸ καμιὰ φορὰ ἀπὸ ἀπρόσμενους ἀνθρώπους.
Εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ ποῦμε σήμερα ὅτι ὁ Βερίτης εἶναι κατώτερος τοῦ Σαραντάρη ἢ ἀκόμα ὅτι ὁ ὑμνογράφος Παπαδιαμάντης εἶναι ἡ σκιὰ τοῦ πεζογράφου Παπαδιαμάντη. Ἀλλὰ ἂν ἐπιμένει κανεὶς νὰ πιστεύει ὅτι ἡ ἐκκλησία δὲν χάθηκε μέσα στὸν συγκρητισμὸ τῆς νέας ἐποχῆς θὰ πρέπει νὰ θεωρεῖ λανθασμένο τὸν ἀφορισμὸ τοῦ Παπαδιαμάντη ὅτι οἱ νέοι ὕμνοι συνεπάγονται καὶ νέα θρησκεία. Ἀντιθέτως, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὀρθόδοξη πίστη, θὰ εἶναι πάντοτε μιὰ ἐκκλησία τοῦ μέλλοντος, ἡ ἀξία της ἐκεῖ θὰ φανεῖ, ὅτι θὰ εἶναι δηλαδὴ καὶ πάλι ἡ μήτρα τῶν ποιητῶν τοῦ μέλλοντός μας.


Feedzilla: Europe News

BBC News - Politics

Harvard Magazine email Archive Feed

ΤΥΠΟΣ

« »

EMSC - Last 50 earthquakes worldwide