Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Τοστ ζαμπόν


alt

Της Αργυρώς Μαντόγλου 
Σε μια σκηνή από τα πρώτα κεφάλαια του «Τοστ Ζαμπόν», η δασκάλα τον αγγλικών ρωτάει τα παιδιά στην τάξη το επάγγελμα του πατέρα τους. Όλοι οι άντρες στη γειτονιά είχαν χάσει τη δουλειά τους, αλλά τα παιδιά το κρύβουν και επινοούν διάφορα επαγγέλματα για να πουν στη δασκάλα.
Άλλος λέει πως ο πατέρας του είναι δικηγόρος, άλλος αστυνομικός, άλλος ηθοποιός κι άλλος τραγουδιστής της όπερας. Ο Χένρι Τσινάκι, ο ήρωας του βιβλίου και alter ego του συγγραφέα, προτιμάει το οδοντίατρος. Η δουλειά του πατέρα του ήταν γαλατάς πριν μείνει άνεργος, αλλά εξακολουθούσε να φεύγει κάθε πρωί από το σπίτι με το αυτοκίνητο και να γυρίζει το βράδυ, αρνούμενος να αποδεχτεί την κατάστασή του. Όταν επέστρεφε στο σπίτι ξεσπούσε στη γυναίκα του και εκτόνωνε την οργή και την απογοήτευσή του στον αδύναμο γιο του.
Ωμός ρεαλισμός και ποίηση
Το εν πολλοίς αυτοβιογραφικό έργο του Μπουκόβσκι με πρωταγωνιστή τον Χένρι Τσινάκι, γράφτηκε το 1982, και ανακαλεί τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στο Λος Άντζελες. Το «Τοστ Ζαμπόν», διαθέτει, όπως ο «Φύλακας στη Σίκαλη» του Σάλιντζερ -συγγραφέας που πρωτοεμφανίστηκε την ίδια εποχή με τον Μπουκόβσκι- μια οικουμενική και διαχρονική ποιότητα: μπορεί να διαβαστεί ως μυθιστόρημα ενηλικίωσης, ως ένα ακόμα «πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία» αλλά και -το πιο ενδιαφέρον για τον έλληνα αναγνώστη σήμερα- ως χρονικό της διαμόρφωσης του ψυχισμού ενός παιδιού που μεγαλώνει στα δύσκολα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης στην Αμερική.
«Άρχισα να τρώω. Φρίκη ήταν. Ένιωσα λες και έτρωγα τους γονείς μου».
Παιδί Γερμανών μεταναστών ο Χένρι βίωσε από νωρίς τον αποκλεισμό και τη διαφοροποίησή του από τον οικογενειακό και τον κοινωνικό περίγυρο. Γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο το μυθιστόρημα παρακολουθεί τα πρώτα χρόνια της ζωής του, από την παιδική ηλικία, στην εφηβεία και ενηλικίωση, με τη χαρακτηριστική απέριττη πρόζα και τον ωμό ρεαλισμό του Μπουκόβσκι που δεν ωραιοποιεί ούτε εξωραΐζει αλλά περιγράφει την κατάσταση όπως ο ίδιος τη βιώνει, μια κατάσταση που γίνεται κλοιός για τον μικρό Χένρι, ο οποίος μόλις αρχίζει να διαμορφώνει τη συνείδησή του, αρχίζει να αναζητά και τους δικούς του τρόπους διαφυγής.
«Άρχισα να τρώω. Φρίκη ήταν. Ένιωσα λες και έτρωγα τους γονείς μου, ναι, αυτούς λες κι έτρωγα, λες και έτρωγα όσα πίστευαν, λες και έτρωγα όσα ήταν. Δεν τους μασούσα, απλώς τους κατάπινα αμάσητους για να τους ξεφορτωθώ. Εν τω μεταξύ ο πατέρας μου μιλούσε για το πόσο νόστιμα ήταν όλα στο τραπέζι, τι τυχεροί που ήμασταν για να τρώμε καλό φαγητό όταν οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο, ακόμα και στην Αμερική, μαστίζονταν από πείνα και φτώχεια».
Ζώντας σε ένα σπίτι με έναν άνεργο πατέρα ο οποίος ξεσπάει συστηματικά την οργή του και τη δική του ακύρωση πάνω στο γιο του, μια μητέρα ανίκανη να παρέμβει, ο μικρός Χένρι Τσινάκι μαθαίνει από νωρίς να βρίσκει καταφύγιο στη φαντασία του, στα βιβλία και στη συνέχεια στο αλκοόλ που του προσφέρει τη θαλπωρή που δεν βρίσκει στον περίγυρό του.
Ένα από τα θέματα του επανέρχονται στο «Τοστ Ζαμπόν» είναι ο ρόλος της οικογένειας στη δημιουργία ενός καλλιτέχνη. Το περιβάλλον τον ωθεί στην απομόνωση όπου βρίσκει καταφύγιο στα βιβλία και στην επινόηση φανταστικών φίλων. Έτσι γράφει τα πρώτα του διηγήματα που γίνονται και η αιτία να φύγει από το σπίτι, όταν ο πατέρας του τα ανακαλύπτει και τα πετάει στα σκουπίδια.
Το τίμημα της διαφορετικότητας
Παρακολουθούμε τον Χένρι σε διάφορα στάδια της ζωής του. Στην αρχή έχουμε τις πρώτες αναμνήσεις του από διάφορους συγγενείς Γερμανούς, και την περιγραφή της κατάστασης που βιώνει στο σπίτι. Στη συνέχεια καθώς το μυθιστόρημα προχωράει και ο ήρωας μεγαλώνει, τον βρίσκουμε στο σχολείο και στο επώδυνο πέρασμα του στην εφηβεία. Δεν είναι καλός στα σπορ αλλά θέλει να παίρνει μέρος και προσπαθεί σκληρά. Στο ποδόσφαιρο δεν τα καταφέρνει αλλά του αρέσει επειδή βρίσκει την ευκαιρία να εκτονώνει το θυμό του. Παρακολουθούμε το ενδιαφέρον του για τα κορίτσια και την αφύπνιση της σεξουαλικότητάς του και στη συνέχεια την εμφάνιση της ακμής που τη βίωσε επώδυνα, παραμόρφωσε το πρόσωπό του και τον απέκλεισε από τις παρέες των συνομηλίκων του.
«Ήταν απόλαυση! Οι λέξεις δεν ήταν βαρετές, οι λέξεις ήταν πράγματα.»
Ο πατέρας του μόλις πιάνει δουλειά τον στέλνει σε ένα ιδιωτικό σχολείο όπου έχει την ευκαιρία να συναντήσει τους μελλοντικούς αμερικανούς πολίτες, με τα ακριβά αυτοκίνητα και τις όμορφες, λαμπερές κοπέλες. Αυτός ο κόσμος του ταιριάζει ακόμα λιγότερο, και αποφασίζει πως δεν τον ενδιαφέρει μια τέτοια ζωή. Για άλλη μια φορά ο Χένρι νιώθει ξένος, διαφορετικός και με το πρόσωπο παραμορφωμένο από τα σπυριά και τις ουλές, παρακολουθεί τους συμμαθητές του και αποφασίζει πως δεν θα γίνει ποτέ ένας από αυτούς: «Στα είκοσι πέντε τους οι άνθρωποι αυτοί είναι ήδη τελειωμένοι. Ένα ολόκληρο αναθεματισμένο έθνος από πανίβλακες που οδηγούν αυτοκίνητα, τρώνε, γεννοβολάνε, κάνουν τα πάντα με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, όπως το να ψηφίζουν φερ' ειπείν για πρόεδρο αυτόν που τους θυμίζει περισσότερο τον εαυτό τους».
Η παραμόρφωσή του εν μέρει τον προστατεύει και λειτουργεί ως ασφαλιστική δικλείδα, καθώς τον αναγκάζει να δει και τις παραμορφώσεις των άλλων, τα αληθινά τους πρόσωπα και να απαλλαγεί από τις ψευδαισθήσεις.
Το αλκοόλ ως καύσιμο για το μακρύ ταξίδι μέσα στη νύχτα
Ο Χένρι Τσινάκι είναι ένας σύνθετος ήρωας, ευαίσθητος και κυνικός, παθιασμένος και ψυχρός, χρειάζεται την ανθρώπινη επαφή αλλά βάζει πάντα εμπόδια όταν τον πλησιάζουν. Έχει συγκριθεί με το τέρας του Φρανκενστάιν της Μέρι Σέλεϊ και τον Γκρέγκορ Σάμσα του Κάφκα, λόγω της αποξένωσής του και της «τερατώδους» εμφάνισης του που τον αναγκάζει να παρατηρεί τον κόσμο από απόσταση. Συχνά καταφεύγει στη βία, δίνοντας την εικόνα του σκληρού. Όμως δεν έχει εμπιστοσύνη στις δικές του ικανότητες, ο σαρκασμός είναι ένας άλλος τρόπος για να αντέξει τα τραύματά του και να υπερασπιστεί τη διαφορετικότητά του, η οποία γίνεται περισσότερο ορατή όταν δοκιμάζει να πιάσει δουλειά και διαπιστώνει πως δεν θα γίνει ποτέ όπως οι υποταγμένοι και άβουλοι υπάλληλοι.
Παρά τη μισανθρωπία που του καταλογίζουν, ο Χένρι είναι ένα παιδί πληγωμένο, που αναγκάζεται να αναπτύξει τους δικούς του μηχανισμούς σε μια κοινωνία που έχει εκπέσει, και δεν προβλέπονται θέσεις σε ανθρώπους σαν αυτόν. Εν τούτοις θα παλέψει, θα αγωνιστεί με τα δικά του μέσα και θα βρει τρόπους να δημιουργήσει το δικό του κόσμο, ίσως ελλείψει άλλου. Στη βιβλιοθήκη όπου καταφεύγει θα ανακαλύψει συγγραφείς που μπορούν να μιλήσουν για τον κόσμο με άλλο τρόπο, όπως τον Ντ. Χ. Λόρενς , τον Μάξιμ Γκόργκι, τον Ντοστογιέβσκι, και τότε θα κάνει τις πρώτες απόπειρες να συλλαβίσει το δικό του σκοτάδι, να περιγράψει τη δική του εξορία με λέξεις:
«Ήταν απόλαυση! Οι λέξεις δεν ήταν βαρετές, οι λέξεις ήταν πράγματα που έκαναν το μυαλό σου να γυρίζει όταν τις διάβαζες, ένιωθες τη μαγεία, μπορούσες να ζήσεις χωρίς τον πόνο, με ελπίδα, ανεξάρτητα από το τι είχε συμβεί».

altΤοστ Ζαμπόν
Τσαρλς Μπουκόβσκι
Μτφρ: Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης
Μεταίχμιο 2013
Σελ. 395, τιμή € 15,50

Feedzilla: Europe News

BBC News - Politics

Harvard Magazine email Archive Feed

ΤΥΠΟΣ

« »

EMSC - Last 50 earthquakes worldwide