Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Όξινη βροχή


paouel360


Προδημοσίευση από το νέο μυθιστόρημα της Μαρίας ΠάουελΌξινη βροχή που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Κέδρος, τις επόμενες μέρες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Δε χρειαζόταν να κοιτάζει το βιβλίο, ύστερα από τόσα χρόνια ήξερε το κείμενο απέξω. Παρ' όλ' αυτά, το βλέμμα του ήταν πάντα καρφωμένο σε κάποια σελίδα σαν να διάβαζε. Ήταν ο τρόπος του να αποφεύγει τα τριάντα πρόσωπα που είχε απέναντί του και να ανταποδίδει την αδιαφορία τους. Ήξερε πως δεν τον παρακολουθούσε κανείς, πως άλλοι μίλαγαν κι άλλοι έκαναν κοροϊδευτικούς μορφασμούς.
Τελευταία ώρα του μαθήματος της Ιστορίας. To φως του ήλιου έμπαινε από το μεγάλο παράθυρο και τον τύφλωνε, πρώιμη άνοιξη στην καρδιά του χειμώνα. Μια χάρτινη σαΐτα πέρασε ξυστά στο κεφάλι του και έπεσε πίσω από την έδρα. Ακούστηκαν πνιχτά γέλια. Συνέχισε μηχανικά την ανάγνωση περιμένοντας να χτυπήσει το κουδούνι. Και χτύπησε, ακριβώς στο σημείο της παράδοσης όπου χτυπούσε πάντα.
Όταν έπαψε ν' ακούει τη φωνή του, τον κατέλαβε ένα συναίσθημα αμηχανίας. Τα 'βαλε με τον εαυτό του. Πρέπει να είχε χάσει το ρυθμό του και να διάβαζε πιο γρήγορα από το κανονικό.
Η πόρτα ήταν σχετικά κοντά του, κι όμως τόσο μακριά καθώς τα πόδια του ήταν καρφωμένα σαν δυο μολυβένια βάρη στο πάτωμα. Ήθελε να καθίσει στην καρέκλα, αλλά δεν το έκανε. Φοβήθηκε πως θα έμοιαζε με άτακτη υποχώρηση. Ένα κύμα οργής τον πλημμύρισε. Στο κεφάλι του αντηχούσε ο ήχος ενός ρολογιού που αντί να μετράει το χρόνο προς τα μπρος τον μετρούσε προς τα πίσω.
– Λοιπόν; ακούστηκε μια φωνή από το βάθος της τάξης.
– Ποιος μίλησε;
Δεν πήρε απάντηση. Ακούστηκαν πνιχτά γέλια.
– Ποιος μίλησε; επανέλαβε θυμωμένος.
– Ο Κανένας, κύριε...
– Χτύπησε το κουδούνι, κύριε, είπε ένα κορίτσι.
Πολλά παιδιά σηκώθηκαν. Κάποιοι από τους πίσω βγήκαν σφαίρα από την αίθουσα.
paouel-oxini-vrohi-exofylloΆλλη μια μέρα μέτραγε την ώρα ώσπου να φύγει από το θλιβερό σχολικό κτίριο. Είχαν περάσει λίγα χρόνια, αλλά ακόμα έχασκε μέσα του ανοιχτή η πληγή μιας προσπάθειας που είχε κάποτε κάνει για να ξεφύγει από τη ζωή του καθηγητή του γυμνασίου.
Η μετοχή πάνω στην οποία είχε ακουμπήσει όλα τα λεφτά του είχε κατρακυλήσει από τη μια στιγμή στην άλλη. Και κάθε μέρα, την ώρα της παράδοσης του μαθήματος της Ιστορίας, ανεξάρτητα από το τι έλεγε, η σκέψη του ήταν μόνο στο τι μπορεί να πήγε τόσο στραβά.
– Ζεστά λεφτά σας άφησε η μητέρα σας, του είχε πει ο συμβολαιογράφος. Ούτε σπίτια στο χωριό ούτε χωραφάκια... Ζεστά λεφτά, αλλά πόσο θα κρατήσουν; Με δυο τρεις έξυπνες κινήσεις τα δεκαπλασιάζετε.
Δεν το σκέφτηκε πολύ. Δεν ήξερε από Χρηματιστήριο. Περίμενε και παρακολουθούσε καθημερινά τον χρηματιστή που τον συμβούλευε.
– Σε λίγες βδομάδες το πολύ, μπορεί και να 'χεις λύσει
το πρόβλημά σου..., του είχε πει.
Ήταν συστημένος από τον συμβολαιογράφο. Του είχε εμπιστοσύνη. Αλλά ένα βράδυ, ενώ εκείνος καθόταν με τη Λένα σ' ένα καφενείο στο λιμάνι κι έκαναν σχέδια, πέρασε ο χρηματιστής. «Να σου πω» του έκανε νόημα από μακριά.
Φαινόταν ιδρωμένος και χλομός.
– Γιατί είναι χλομός; Δεν πάει στη θάλασσα για μπάνιο;
τον ρώτησε η Λένα.
– Παρακολουθεί τα κομπιούτερ όλη μέρα, της ψιθύρισε.
«Αύριο το πρωί», του έγνεψε, αλλά ο χρηματιστής επέμενε: «Τώρα».
Σηκώθηκε από το τραπέζι.
– Είναι επείγον; τον ρώτησε.
Ο χρηματιστής τον πήρε παράμερα. Του είπε για κάτι ποσοστά, που δεν κατάλαβε, την υποχώρηση στην τιμή κάποιας μετοχής.
– Έχεις άλλα λεφτά; Τώρα πρέπει να τα βάλεις όλα εκεί.
Λεφτά δεν είχε. Μόνο τις μετοχές που είχε αγοράσει πριν από λίγες εβδομάδες.
– Δεν έχω ρευστό.
Ο χρηματιστής έβγαλε ένα μαντίλι και σκουπιζόταν.
– Κρίμα, του είπε. Χάνεις τη χρυσή ευκαιρία. Κάθε πότε νομίζεις πως παρουσιάζεται;
Τα γυαλιά του είχαν θολώσει, φυσούσε νοτιάς, είχε υγρασία.
– Μόνο αν πουλήσω... Πουλάω, λοιπόν; τον ρώτησε.
– Μα τι έχεις; Είσαι ή δεν είσαι σίγουρος;
– Τι με συμβουλεύεις; Να πουλήσω; Δε μου είπες πως είχαν κάποια απόδοση;
– Φυσικά, αλλά αυτά τα χαρτιά δε θα κάνουν ποτέ το μπαμ.
Τον κοίταξε αναποφάσιστος. Φύσαγε τρελός νοτιάς. Η Λένα δεν κοίταζε πια προς το μέρος τους, προσπαθούσε να μαζέψει τα μαλλιά που είχαν πέσει στο πρόσωπό της.
– Πούλα... αν θέλεις πραγματικά να κερδίσεις..., ακούστηκε η φωνή του χρηματιστή σαν να την έφερνε ο άνεμος.
Βγήκε από τη μεγάλη πόρτα του σχολείου όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Τα παιδιά, μπουλούκια, είχαν κιόλας απομακρυνθεί από το κτίριο. Το μόνο κοινό που μοιραζόταν μαζί τους ήταν η απέχθεια για το μάθημα.
Ο ήλιος είχε κρυφτεί πίσω από τα κτίρια, κι ένα γκρίζο σύννεφο απλωνόταν πάνω από την πόλη.
Το πάει για βροχή, σκέφτηκε, και επιτάχυνε το βήμα για να μπει στο λεωφορείο.
Δεν είχε πάρει ομπρέλα μαζί του.
Άρης Βλασόπουλος. Ωρομίσθιος καθηγητής της Ιστορίας σε δημόσιο σχολείο, μια κουκκίδα άμμου στην αχανή έρημο της πόλης.
Έσφιξε τα δόντια και σκέφτηκε πως όλ' αυτά ήταν προσωρινά. Πως κάπου αλλού διαδραματιζόταν η ζωή του.
paouel-photoΗ Μαρία Πάουελ γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και Κινηματογράφο στο Λονδίνο. Παντρεύτηκε στην Αγγλία, όπου έζησε αρκετά χρόνια. Εργάζεται στην Αθήνα ως σκηνοθέτης και παραγωγός ταινιών. ΗΌξινη Βροχή είναι το τρίτο μυθιστόρημά της.






Feedzilla: Europe News

BBC News - Politics

Harvard Magazine email Archive Feed

ΤΥΠΟΣ

« »

EMSC - Last 50 earthquakes worldwide